Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

ΓΝΩΜΗ 14 / 1 /18


                                                           ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
     ΜΙΚΡΟΙ  ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

   Συνηθίζεται τέτοιες  μέρες  ένας μικρός απολογισμός. Συν –πλην, υπόλοιπο τόσα.
   Υπόλοιπο; Γι ποιο υπόλοιπο μιλάμε; Εδώ τρομάξαμε να τα φέρουμε μία η άλλη. Και μη οι πιστωτικές –που στην πραγματικότητα δεν ξέρεις τι σου γίνεται και ξοδεύεις μέχρι ένα πρωί να σε ειδοποιήσουν πως βγαίνει το σπίτι σου σε πλειστηριασμό-θα είχαμε θα είχαμε βγάλει δίσκο έξω από την Ευαγγελίστρια: Βοηθάτε με φτωχοί να μη σας μοιάσω!
    Η ωραιότερη κάρτα που έλαβα έγραφε:
   Χρόνια πολλά -γιατί η ποσότητα μετράει. 
   Χρόνια καλά γιατί η ποιότητα προέχει.
  Χρόνια τρελά γιατί αυτά είναι που θα μας μείνουν. «Να ΄χουμε κάτι  να θυμόμαστε και στα γεράματά μας» που λέει το τραγούδι.
Τα παιδιά που ήρθανε να μας τα πούνε επέμεναν : Βαστάει κόλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Να αποφεύγεις το « χαρτί και καλαμάρι » λέει ο θείος ο Χρηστάκης που  κάποτε ψάχνοντας τις τσέπες  του η θεία  (συνήθεια γυναικών που δεν κόβεται όσο και να φωνάξετε) βρήκε σημείωμα που έγραφε  « Μη ξεχάσεις  αύριο στις 8 όπως είπαμε»
 -Παλιάνθρωπε ούρλιαξε η θεία. Ποια είναι αυτή που σε περιμένει  οπωσδήποτε!
   Μάταια προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε ότι επρόκειτο ασφαλώς περί λάθους. και ότι επρόκειτο για  το συμβούλιο στο… σύλλογο αποφοίτων…!  Ο θείος στα εβδομήντα του, αν είναι δυνατόν να έχει παράνομες σχέσεις
   Όταν ήρθε την άλλη μέρα στον καφενέ αντί να μας πει ευχαριστώ, οργίστηκε κι από πάνω. «Πρώτον  δεν είμαι εβδομήντα, αλλά μόνο εξήντα εννιά και δεύτερον τι ρόλο παίζει αν είμαι παντρεμένος »
 Μα καλά  δε ντρέπεσαι το καλαμπουρίζουμε! Αλλά κάθεται και μας το κάνει λιανά. «Παίδες δώστε βάση : Η Γωγώ. Ουρί του παραδείσου. Από εκείνα που ο Πατισάχ τα φύλαγε για τις επίσημες ημέρες. Τις καθημερινές έπαιρνε από τις 364  που είχε παρακαταθήκη, μία για κάθε μέρα εκτός από τα μεσημέρια που έπαιρνε τη μαγείρισσα για να την ευχαριστήσει που του μαγείρευε ιμάμ μπαϊλντί !
    -Όπερ;
   -Τι όπερ βρε ζώα, που ζείτε 50 χρόνια με το στεφανοχάρτι σας μπας και δε σας ανοίξουν οι πύλες παραδείσου να παίζεται πεντόβολα με τα  Αγγελάκια ξεχνώντας αυτό που λέει ο πασάς στον Καζαντζάκη  « Όλα τα συγχωρεί ο Αλλάχ εκτός από το να χαλάσεις χατίρι σε γυναίκα»!!!
   Καινούργια χρονιά- καινούργιες ελπίδες. Τα μικρά «λαβείν»  που σε κάνουν έστω πρόσκαιρα ευτυχισμένο. Τα μεγάλα «δούναι» που σε γεμίζουν απελπισία. Όμως «Έτσι  είναι η ζωή μωρό μου – πάντα έτσι είν ή ζωή… Φεύγει και δεν το φτάνεις το τρένο της ζωής»   Μικροί απολογισμοί: Πόσα θέλαμε να κάνουμε. Πόσα μπορέσαμε, πόσα μας άφησαν οι συνθήκες. Πόσα τα αφήσαμε-ες αύριον-Με ελπίδες και με αισιοδοξία ξεκινάμε την καινούργια χρονιά. Και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει. Ευτυχισμένοι όσοι μπορούν να συμβιβάζονται με αυτά που πέτυχαν ή αυτά που έχουν. Η ευτυχία βρίσκεται στα μέτρα του καθενός μας-σοφία Κομφούκιου-οι άνθρωποι δεν την βλέπουμε γιατί συνήθως την ψάχνουμε  πιο ψηλά
   Μόνη ανταμοιβή το ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Κι όσο ζω θα ελπίζω πως κάτι θα αλλάξει και  το αύριο θα είναι πιο καλό από το σήμερα.   
   Μείζον πάντων η αγάπη –επιμένει η Θεία Κούλα αλλά όχι από εκείνη που εννοείς εσύ Χρήστο μου που όλο κάνεις λάθος και τάχα μου ήτανε σκοτάδι και κατά λάθος χτύπησα στις ζωντοχήρας. Αγάπη αγνή από εκείνη που λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλα τα άλλα έπονται. Υγεία και κάθε χαρά   
  Το λοιπόν φάγαμε ήπιαμε, τραγουδήσαμε-Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται- φάγαμε και κανά  δυο κουραμπιέδες παραπάνω- και το άλλο πρωί που μετρήσαμε το ζάχαρο μας ήρθε ο ουρανός καπάκι.3,40!Δε βαριέστε όμως.  Θέλει και λίγο γλύκα η ζωή να την …καλοπιάνουμε !
  Φίλοι αναγνώστες , η  στήλη σας εύχεται μια καλή κι ευλογημένη χρονιά. Μια χρονιά με υγεία  αγάπη χαρά και ειρήνη. Χρόνια καλά. Αν είναι βέβαια και …πολλά ακόμη καλλίτερα .
 Και λεφτά –επιμένει το βαφτιστήρι μου
  Κι αν είναι και με λεφτά ακόμη πιο καλά, ποιος λέει όχι ;
                               Σταύρος Ιντζεγιάννης
    


























ΓΝΩΜΗ 7 / 1 / 18



                                                        ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
    ΑΣΤΕΙΟΤΗΤΕΣ

    Η πλαστική σακούλα έκλεισε τον  δωρεάν κύκλο της .Ήδη από προχτές χρεώνεται εν μέσω γενικής αγανακτήσεως. Το πόσο θα αντέξει αυτή η αγανάκτηση είναι μια άλλη ιστορία.15 ημέρες πολλές μου φαίνονται. Η καταναλωτική κοινωνία έχει τον τρόπο να κερδίζει. Μου φαίνεται αδύνατο το να μπορούσαμε να ξαναγυρίσουμε  στο πατροπαράδοτο δίχτυ. Δεν ξέρω αν κάποιοι το θυμούνται!
   Πηγαίναμε στον μπακάλη με το δίχτυ. Μου είπε η μάνα μου να μου δώσεις  τρεις δραχμές λάδι, δυο δραχμές ρύζι, μια δραχμή χαλβά και μια δραχμή ελιές καλές χοντρές ,μπόλικες και να τα γράψεις!
    Ώσπου νευρίασε – όλο γράφτα και γράφτα-ο μπακάλης ο Λουρίδας : «Να πεις στη μάνα σου δε ξαναγράφω»
   -Α μπα και θα τα θυμάσαι απέξω;
   Το δίχτυ ήταν η λύση. καταργήθηκε με την κατοχή όταν η ανάγκη-ίσως ο φόβος -επέβαλε να μη φαίνονται τα ψώνια γιατί κινδύνευες, στο δρόμο  κάποιος πιεσμένος από την πείνα,  βλέποντας τα όσα είχες ψωνίσεις-να σου τα αρπάξει. Η  πείνα ,  είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Σιγά – σιγά αντικαταστάθηκε από μια πάνινη τσάντα. Ίσως η καλλίτερη λύση μια και το πλαστικό δεν είχε κάνει το δικτατορικό του καταναγκασμό  στη ζωή μας. Χαρές και πανηγύρια με την εμφάνισή του πλαστικού  και καμάρι οι γυναίκες στην αρχή. Ανυποψίαστοι ακόμη!!!
   Πλαστικές τσάντες, πλαστικά παπούτσια, πλαστικές μπλούζες, μπουφάν και ό,τι βάλλει ο νους του ανθρώπου. Το πλαστικό με τη λογική του ανθεκτικού άρχιζε να εξουσιάζει – και την εξουσιάζει εν πολλοίς μέχρι τώρα ας μη γελιόμαστε-και η παρουσία του εν παντί και πάντα πρόσφερε λύσεις. Τα κύπελλα μιας χρήσεως που  κυκλοφορούν όλοι με τον καφέ στα χέρια (και φυσικά να μη γελιόμαστε το πετάνε στον πρώτο κάδο που θα βρούνε και όχι στους ,μπλε της ανακύκλωσης)  τα μπουκάλια  και ένα σωρό άλλα όπως λ.χ τα κουτάλια ,τα πιατικά και φυσικά και οι πλαστικές  σακούλες βέβαια, που η χρίση τους  έλυσε προβλήματα της καθημερινότητας. Να το παραδεχτούμε αυτό!   
   Το δέρμα, το χαρτί, το γυαλί αντικαταστάθηκαν από το πλαστικό. Επόμενο ήταν αφού και πρόχειρο και φτηνό αλλά και το κυριότερο ήταν άθραυστο. Μεγάλο πλεονέκτημα. Μαζί και το ότι προσαρμόστηκε σε κάθε χρήση και κάθε ανάγκη. Υπάρχει βέβαια και το ότι θα χρεώνονται 0,04 λεπτά αλλά…
  Εδώ χωράει το αλλά!!!
  Όταν με τα πρώτα μετακατοχικά  χρόνια άρχισαν οι συγκοινωνίες και το  εισιτήριο  κάποια στιγμή ακρίβυνε 10 λεπτά έγινε χαμός. Οι εργάτες κατέβηκαν σε απεργίες διαμαρτυρίας για το 10λεπτο. Δεν υπήρχε ακόμη η πληθώρα του Ι.Χ –και τα μηχανάκια-που έλυσαν από τη μια μεριά το πρόβλημα της μετακίνησης και το χειροτέρεψαν από την άλλη δεδομένου ότι αυτοκίνητο σημαίνει εκτός από τη ρύπανση,  τα λογής έξοδα που προκύπτουν από τη χρήση του. Τα λεωφορεία που μια περίοδο πριν από 10 ή 15 χρόνια πηγαινοερχότανε άδεια  τώρα γεμίζουν ασφυκτικά όσο κι αν πολύ απέχουν από το να είναι  εξυπηρετικά, λόγω του ακατάστατου συγκοινωνιακού ωραρίου. Ποιός διαμαρτύρεται σε βαθμό απεργίας για το ότι  κάθε τόσο ακριβαίνει το κόμιστρο; Κανείς!
  Ακόμη χειρότερα γινότανε με το ψωμί. Με μαύρες σημαίες το εργατικό κέντρο, για ένα δεκάλεπτο, απειλούσε Θεούς και Δαίμονες. Το συνηθίσαμε κι αυτό. Δε μιλάμε πια παρ` όλο που σιγά – σιγά ξαναγυρίζουμε –ανάγκα και Θεοί πείθονται- στο ψωμί και ελιές. Κι αν θα βρίσκουμε κι αυτό. Η καταναλωτική κοινωνία  αμύνεται με βάση τις συνήθειές μας-που δυστυχώς δύσκολα θα κόψουμε αν ποτέ μάθουμε να απλώνουμε τα πόδια μας όσο χωράει το πάπλωμά μας. Χρεώνονται οι πλαστικές σακούλες ήδη από προχτές 0,04 λεπτά Διαμαρτυρόμαστε. Μερικοί άρχισαν να κουβαλάνε  σακούλες από το σπίτι. Κολοκύθια μετά ριγάνεως !!!
Θα συνηθίσουμε και τη χρέωση όπως συνηθίσαμε και τόσα άλλα. Ζήτημα είναι αν θα αντέξουν οι διαμαρτυρίες δυο εβδομάδες ή πολύ λέω ;
   Άλλωστε η σακούλα μπροστά στα πλαστικά κύπελλα  είναι παρωνυχίδα. Και μήπως αν την πληρώσουμε θα πάψει να ρυπαίνει το περιβάλλον. Αστείοι είμαστε !!!
  Να απαγορευτεί το πλαστικό εντελώς σε κάθε χρήση γίνεται; Δε γίνεται.  Αυτά τα περί πληρωμής είναι αστειότητες!!!
Σταύρος Ιντζεγιάννης
 
  


 
  





Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟΣ 1 / 3 / 18





                                                            ΚΑΘ ΟΔΟΝ
    ΧΑΙΡΕ ΠΙΣΤΩΝ ΟΔΗΓΕ…
 
    Χαίρε ότι τα ουράνια  συναγάλλεται τη γη. Χαίρε ότι τα επίγεια συγχωρεύει ουρανοίς
Χαίρε πιστών οδηγέ  σωφροσύνης. Χαίρε πασών γενεών ευφροσύνη
 Β! Χαιρετισμοί στη Θεοτόκο χθες Παρασκευή. Κατάφωτες οι εκκλησίες. Μου έφεραν στον νου τον Καβάφη.
  
   Την εκκλησίαν αγαπώ-τα εξαπτέρυγά της
Τα ασήμια των σκευών , τα κηροπήγιά της
 Τα φώτα τες εικόνες της τον άμβωνά της
    Εκεί σαν μπω ,μες σ` εκκλησία των γραικών
Με των θυμιαμάτων της τες ευωδιές 
με τις λειτουργικές  φωνές και συμφωνίες.
 Με τις μεγαλοπρεπείς  των ιερέων παρουσίες 
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό
λαμπρότατοι  μες των αμφίων των στολισμό
 ο νους  μου πιαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας 
στον ένδοξό μας  βυζαντινισμό

  Γεμάτες ασφυκτικά οι εκκλησίες .Τι είναι εκείνο σκέφτομαι που μαζεύει ακόμη και ανθρώπους που δεν εκκλησιάζονται τακτικά, που δεν πάνε ούτε τις Κυριακές όπως ταιριάζει στον θρησκευόμενο πιστό. Τι είναι αυτό που μας μαζεύει κάθε Παρασκευή Χαιρετισμών και όχι μόνο έτσι σαν μια παρουσία αλλά ναι συμμετοχή, για να ψάλουμε μαζί με το αναλόγιο  «Την ωραιότητα της Παρθενίας σου και το υπέρλαμπρο το της αγνοίας σου…»
   Στο διπλανό στασίδι ένας φίλος, ο Προκόπης, έχει ανοίξει τη Σύνοψη και σιγομουρμουρίζει: με κατάνυξη: Χαίρε βάθος  δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς .Χαίρε γήθεν πάντας ανυψώσασα χάριτι…!
  Τον κοιτάζω, με κάποια  έκπληξη, γιατί είναι από αυτούς που δεν είναι άθρησκοι ή άθεοι αλλά δεν πατάνε  και στην εκκλησία, αλλά πριν ρωτήσω, καταλαβαίνει την απορία μου Είναι το κάτι άλλο-απαντά στη σκέψη μου. Ίσως γιατί μέσα μας η εικόνα της Παναγίας είναι άρρηκτα δεμένη  με την έννοια της μάνας. Λες και κάποιο χέρι με τραβάει από το χέρι και με σέρνει στην εκκλησία. Λες και μια φωνή μέσα μου με προστάζει πήγαινε στους χαιρετισμούς. Μια φωνή που μου φωνάζει: Έλα… έλα!
   Ναι. Είναι γεγονός αυτός ο δεσμός, που μας δένει με τη Θεοτόκο και  που αποκαλύπτεται καθημερινά. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι μόλις  μας συμβεί κάτι η πρώτη μας έγνοια-η πρώτη μας φωνή για βοήθεια είναι: Παναγία μου… μάνα μου.
 Θυμήθηκα  εκείνον τον ανθυπολοχαγό που είχα δει, παιδάριο τότε στον πόλεμο του `40, που τον είχαν φέρει στο Νοσοκομείο της Άρτας και του είχαν κόψει τα πόδια του (μας είχαν μαζέψει τότε παιδιά 10-12 ετών και μοιράζαμε τσιγάρα και μπισκότα-σοκολάτες στους τραυματίες) και φώναζε : Μανούλα μου… μανούλα μου σφίγγοντας πάνω στο στήθος του και χιλιοφιλώντας την εικόνα της Παναγίας, που μια νοσηλεύτρια του είχε χαρίσει χωρίς να μπορείς να ξεχωρίσεις ποια από τις δύο καλούσε. Τη μάνα του ή την Παναγία που εκείνη τη στιγμή είχαν γίνει ένα πρόσωπο. Η βοήθεια από τον ουρανό!
  Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι αυτή η συμμετοχή όλου αυτού του πλήθους .Μια συμμετοχή, μια προσήλωση που δεν τη συναντάς  ούτε στην Κυριακάτικη λειτουργία.
  Ξέρεις μου εξηγεί ο Προκόπης, είναι κάτι ανεξήγητο. Νομίζω πως αν δεν έρθω στους Χαιρετισμούς κάτι μου λείπει. Κάτι που μόνο εδώ μέσα Παρασκευή το βρίσκω. Όπως τότε που μικρά παιδιά τρέχαμε να κρυφτούμε στην ποδιά της μάνας μας ζητώντας σ` αυτή ότι άλλο δε μπορούσαμε να βρούμε από άλλού.
 Καθώς τον κοιτάζω σκέφτομαι την επιστροφή του ανθρώπου «ως η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων» για να ξεδιψάσει στην αληθινή πηγή της ζωής. Μετά το προανάκρουσμα του Τριωδίου με τις παραβολές  του Ασώτου και  τη διαχρονική αντιπαράθεση του Τελώνου και του Φαρισαίου που ακόμη κυκλοφορούν μέσα μας  και ας μη θέλουμε να το παραδεχτούμε-εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε τάχα που αναπαράγουμε δυο χιλιάδες χρόνια τα Φαρισαϊκά μας γονίδια;-ο άνθρωπος, εγώ, εσείς, εμείς, ο φίλος μου ο Προκόπης που κάθε τόσο σκουπίζει κρυφά όσο μπορεί ένα δάκρυ- η καθημερινότητα μπαίνει σεμνή, ακροπατούσα με σκυμμένο κεφάλι  στον κύκλο των χαιρετισμών προς τη Παρθένο για να ψάλλει μαζί με τον Πρωτοστάτη Άγγελο: Χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησης. Μια ανάκληση που γίνεται ένα κάλεσμα ζωής για τον καθένα μας.
   Οι Β! χαιρετισμοί χθες Παρασκευή. Νομίζω πως  κάτι γύρω μας έχει αλλάξει μου ομολογεί ο Προκόπης. Μια τάση περισυλλογής.  Μια διαλεκτική  με τον εσώτερο εαυτό μας. Μια αναδιάταξη της πορείας  προς  ένα απάνεμο λιμάνι, για να ψάλουμε  Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε
Σταύρος Ιντζεγιάννης

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟΣ





     14=3-2011

 Α Χαιρετισμοί προχτές –οι δεύτεροι αυτή την εβδομάδα και δε σας κρύβω πως νοιώθω σα μικρό παιδί. Σαν τότε που μικρά παιδιά τρέχαμε να στριμωχτούμε  γύρω από το ψαλτήρι για να ψάλουμε  με τις παιδικές μας φωνές την Ωραιότητα της Παρθενίας σου ή το Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια.
   Λίγο πιο μεγάλοι μέσα στο ιερό βοηθούσαμε τον Παπά – Κώστα και να εκεί ομηρικοί καυγάδες ποιος θα κρατήσει το θυμιατό να θυμιατίσει τον παπά .
   Αυτές τις μέρες ξαναγίνομαι παιδί και δεν είμαι ο μόνος σίγουρα .Όλοι λίγο πολύ νοιώθουμε μια νοσταλγία και κάθε τόσο ο νους ξεφεύγοντας ξαναγυρίζει σε παιδικές στιγμές
   Κάθε τόσο
      Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω επιποθεί  η ψυχή μου προς Σε ο Θεός. Εδίψασεν  η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα..- ψαλμός  41
   Οι Α! χαιρετισμοί την εβδομάδα που πέρασε.Οι Β αυτή τηνεβδομάδα που διατρέχουμε.
    Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκο το Χαίρε!
   Ύστερα από το μικρό διάλειμμα μιας  επιφανειακής, ψευδεπίγραφης , κομπορρημονούσης, έωλης  και εν πολλοίς ανερμάτιστης χαράς, επιμελώς κρυμμένης μέσα στην ανωνυμία της αποκριάτικης αμφίεσης, το διπλοκάμπανο της εκκλησίας σημαίνει σεμνό  προσκλητήριο  ψυχικής αγαλλίασης ,αφιερωμένης στον Ευαγγελισμό της Παρθένου. Χαίρε όχημα ηλίου του νοητού,  άμπελος αληθινή.
  Ταπεινή γονυκλησία της ανθρώπινης συμμετοχής  που προσπαθεί να σμίξει τον εόρτιο ύμνο της στο άγγελμα της ενθέου σαρκώσεως.: Χαίρε γης το θεμέλιο!
  Πάνω σ` αυτό το «θεμέλιο» προσπαθεί η πίστη να στηρίξει τη μεγάλη διαιώνια ελπίδα της, ικεσία της ψυχής, στον παναθρώπινο χαιρετισμό: Ρόδον το αμάραντον χαίρε η μόνη βλαστήσασα
    Μικρές  λαμπάδες θα ανάψουν στα μπρούτζινα μανουάλια την ταπεινή ανθρώπινη προσευχή, μαζί και την μεγάλη, τη μοναδική μας απαντοχή,  : Την πάσαν ελπίδαν εις Σε ανατήθι μι , μήτηρ του Θεού..!
      Με κατάνυξη γονατίζει η ψυχή. Γεμίζει δέος  τον ανθρώπινο νου το μυστήριο της ασπόρου συλλήψεως. Χαίρε κλίμαξ γήθεν πάντας ανυψώσα χάριτι.
   Υπάρχει μια αλλαγή στο σκηνικό της καθημερινότητας σήμερα. Μια μυστική επιθυμία για αναβάπτιση επί τας πηγάς της  αρετής. Πόσο ωραία  χαρακτηρίζει ο υμνωδός :Χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν.
   Ένα πρόσκαιρο γλέντι η αποκριά. Μια μάταιη  προσπάθεια  για  διάλειμμα στη μάχη για τον άρτο τον επιούσιο που οδηγεί στα αδιέξοδα του βιοπορισμού προσθέτοντας την απογοήτευση στην θλιβερή πραγματικότητα μιας εποχής που χαρακτηρίζεται περισσότερο από ποτέ με το γνωστό ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος!  Επικάλυψη της προσωπικότητας  με ένα ντόμινο και μια μάσκα - σαν να ντρέπεται τον εαυτό της –σαν να νοιώθει τη λύσσα του Κάλιμπαν όταν βλέπει στον καθρέφτη την ασχήμια του- για ένα τόσο δα  ξεφάντωμα που οδηγεί στο τέλμα. Στον λαβύρινθο του μηδενισμού. Ίσως «στο τελευταίο σκαλί  στου κακού τη σκάλα» καθώς λέει ο ποιητής στον όγδοο λόγο του «Δωδεκάλογου του γύφτου».
    Ήδη ταπεινός  ξαναγυρίζει ο  άνθρωπος στο στασίδι της εκκλησίας ύστερα από το σύντομο ταξείδι στη χώρα της αυταπάτης και της απογοήτευσης –ένας ιδιότυπος άσωτος κι αυτός που διασκόρπισε  τη μεγάλη περιουσία της αρετής και της αυτογνωσίας, τον ανεκτίμητο θησαυρό της αξιοπρέπειας και της σεμνότητας, αυτή την  εικόνα  και ομοίωση του Θεού που αποτελεί την ουρανόσταλτη  δωρεά   - για να προσευχηθεί: Κύριε ο αμέτρητο έχων το έλεος.
    Κάλεσμα  στη γιορταστική  συγκέντρωση για την παρθενική ένθεο σάρκωση. Μέσα στη  λαμπροφόρες εκκλησίες  για μια ακόμη φορά  η μετάνοια εδραιωμένη στην πίστη θα ψάλλει  μαζί με τον Άγγελο πρωτοστάτη το χαίρε.
   Χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκληση.
   Χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωση. Χαίρε νύμφη ανύμφευτε!
    Μετά το προανάκρουσμα του Τριωδίου με τις παραβολές του Ασώτου και τη διαχρονική  αντιπαράθεση του Τελώνου και του Φαρισαίου που ακόμη κυκλοφορούν ανάμεσά μας – η τάχα είμαστε εμείς οι ίδιοι που αναπαράγουμε δυο χιλιάδες χρόνια τα  Φαρισαϊκά μας γονίδια κληροδότημα στους απογόνους μας ;-η καθημερινότητα με τους προβληματισμούς της  και τις απαιτήσεις της, μπαίνει στον  αγώνα σεμνή και ακροπατούσα με σκυμμένη κεφαλή   στον κύκλο των Χαιρετισμών προς την Παρθένο για να ψάλλει μαζί με τις ουράνιες δυνάμεις
  Χαίρε  ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς. Χαίρε βάθος δυσθεώτηρον και αγγέλων οφθαλμοίς
    Ήδη κάτι γύρω μας αλλάζει.. Μια τάση περισυλλογής και αυτοελέγχου. Μια αυτοκριτική με τον εσώτερο εαυτό μας ενώπιος- ενωπίω  Μια αναδιάταξη της πορείας. Μια διόρθωση –μία ακόμη  διόρθωση- πλεύσης προς το απάνεμο λιμάνι της πίστης.
 Ιλαστήριον του κόσμου χαίρε άχραντε Δέσποινα
                 Σταύρος Ιντζεγιάννης

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟς 16 / 2 / 18


                                                       ΚΑΘ ΟΔΟΝ 
 ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ  ΘΕΟΝΥΜΦΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

   Ξαφνικά καθώς π` άκουσα  τις καμπάνες της Ευαγγελίστριας να σημαίνουν κάλεσμα  στους πιστούς για τους Β! χαιρετισμούς μ` έπιασε  παράπονο. Μ` έπιασε μια συγκίνηση. Σε καλό μου τι μου ήρθε;
  Για λίγο γύρισα πίσω. Προσπάθησα να ξαναγίνω παιδί. Τότε που τρέχαμε  να μπούμε στο ιερό για να βαστήξουμε τις κηρολαμπάδες  ή τις τόρτσες κι ακόμη πιο μεγάλοι πια, να θυμιατίσουμε τον παπά την ώρα που περιέφερε τα Άγια για τη μεγάλη είσοδο. Να θυμιατίσουμε τον παπά. Η ύψιστη τιμή !
   Ακόμη κάποιες άλλες φορές, στους χαιρετισμούς ιδιαίτερα, το ιερό ερχότανε σε δεύτερη μοίρα. Ο μαγνήτης ήταν το ψαλτήρι όπου μαζευόμαστε γύρω από τον ψάλτη για να ψάλουμε το Χαίρε Νύμφη – Ανύμφευτε. Κι ακόμη περισσότερο βέβαια η μεγάλη στιγμή που την περιμέναμε πως και πως. Να ψάλουμε «Την ωραιότητα της Παρθενίας Σου» Εκεί πια ήταν το επιστέγασμα  της βραδιάς και η προσμονή ολόκληρης εβδομάδος. Ήταν που ο Δεσπότης ο Σπυρίδων ( Άρτα 1938) είχε δώσει εντολή στους πρωτοψάλτες να το ψέλνουν τα παιδιά κι ας το λένε άτεχνα.
  -Μα Δέσποτα -είχε διαμαρτυρηθεί ο Θωμάς  ο ψάλτης του Παντοκράτορα- το λένε φάλτσα.
  Δεν πειράζει του απάντησε ο Δεσπότης. Μόνο τα παιδιά, με τη δική τους αγνότητα δικαιούνται να ψάλλουν  αυτόν τον ύμνο !
  Χτες  καθώς άκουγα την καμπάνα της Ευαγγελίστριας, λίγο ακόμη και θα έβαζα τα κλάματα. Πως γίναμε αλήθεια έτσι; Πως αλλάξαμε ; Πως αγριέψαμε; Τι απέγινε εκείνη η παιδιάστικη πίστη που μας έκανε να τρέχουμε να χωθούμε όσο γίνεται γρηγορότερα  στην εκκλησία , να στριμωχτούμε όσο γίνεται πιο κοντά στο ψαλτήρι, για να υμνήσουμε με καθαρές καρδιές  «Ρόδον το αμάραντον χαίρε η μόνη βλαστήσασα»
   Ήταν η ψυχή μας που γονάτιζε μπροστά στην Άγια εικόνα Της,  επιχειρώντας να αναπλάσει με τη φαντασία,  την απαράμιλλη στιγμή του Ευαγγελισμού  και να νοιώσει το μεγάλο θαύμα της ασπόρου συλλήψεως.
  -Άσπιλε αμόλυντα άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε Θεόνυμφε Δέσποινα. Το ξέραμε όλο απέξω, μ`όλο που ποτέ δε θα το λέγαμε μπροστά στην Εικόνα Της, μια και αυτό ήταν προνόμιο των μεγάλων και των καλλίφωνων.
   Ξέραμε απέξω όλο το τελετουργικό κι έμοιαζε ο καθένας μας  ένας τελετουργός της ωραίας λειτουργίας.
   Τώρα προσπαθώ να  θυμηθώ τα λόγια απ` τα τροπάρια, απ` τα εγκώμια, αλλά η μνήμη μου αρνήται όλο και πιο συχνά, αυτή τη χάρη κι άλλο δε θυμάμαι πάρεξ στίχους σκόρπια εδώ και  εκεί  
  Προγραμματίζουμε από καιρό , σχεδόν τη λαχταράμε, αυτή την ώρα των χαιρετισμών που κρατάει μιαν ιδιαίτερη συγκίνηση που έρχεται από παλιά. Όπως μετά από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας, η γη λαχταρά τη βροχή, έτσι και η θρησκευτικότητά μας, αποζητά  τη μελωδία των ύμνων και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της εκκλησίας, με το θυμίαμα να ανεβαίνει προσευχή στη Θεομήτορα.
   Μερικοί αδιόρθωτα ρομαντικοί,  λαχταράμε να ζήσουμε αυτές τις μέρες ,να νοιώσουμε, να χαρούμε, να δακρύσουμε μπροστά στην εικόνα Της σε κάποιο απόμερο ξωκλήσι, με το φως των κεριών και με τους Αγίους να ζωντανεύουν μέσα από την ακινησία της αγιογράφησης και να  γεμίζουν τον χώρο με την ιερότητα της παρουσίας τους, σε μια  λιτανεία ικεσίας  στη Μητέρα των μητέρων.
   Όμως τα προγράμματα μένουν προγράμματα Όλο και κάτι θα ματαιώσει τη λαχτάρα της ψυχής. Θυμάμαι τον καλόγερο, που μου είπε όταν του είπα «Μα πώς να αφήσω γέροντα το μαγαζί, τις δουλειές, τις ανάγκες κάποιες υποχρεώσεις»
 -Άκου- με κάρφωσε-είσαι απελπιστικά κολλημένος με τα γήινα. Ψάχνεις προφάσεις να αποφύγεις τις αληθινές σου υποχρεώσεις.  Η ζωή δεν είναι εδώ. Τις δουλειές τις σκέφτεσαι την ψυχή σου όμως; Λες όπως όλοι, έχουμε καιρό .Όμως κανείς δεν ξέρει πότε ο Δεσπότης θα σου χτυπήσει την πόρτα και συ θα τρέχεις αλαφιασμένος να βρεις λάδι εκείνη τη στιγμή, να ανάψεις το λυχνάρι της ψυχής σου για να τον υποδεχθείς !»
  Η καμπάνα της Ευαγγελίστριας καλεί στους χαιρετισμούς. Προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια. Όμως το μόνο που θυμάμαι είναι: Την πάσαν ελπίδαν εις Σε ανατίθημι. Μήτηρ του Θεού φύλαξόν με υπο την σκέπην Σου
       
                                                       ΚΑΘ ΟΔΟΝ 
 ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ  ΘΕΟΝΥΜΦΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

   Ξαφνικά καθώς π` άκουσα  τις καμπάνες της Ευαγγελίστριας να σημαίνουν κάλεσμα  στους πιστούς για τους Β! χαιρετισμούς μ` έπιασε  παράπονο. Μ` έπιασε μια συγκίνηση. Σε καλό μου τι μου ήρθε;
  Για λίγο γύρισα πίσω. Προσπάθησα να ξαναγίνω παιδί. Τότε που τρέχαμε  να μπούμε στο ιερό για να βαστήξουμε τις κηρολαμπάδες  ή τις τόρτσες κι ακόμη πιο μεγάλοι πια, να θυμιατίσουμε τον παπά την ώρα που περιέφερε τα Άγια για τη μεγάλη είσοδο. Να θυμιατίσουμε τον παπά. Η ύψιστη τιμή !
   Ακόμη κάποιες άλλες φορές, στους χαιρετισμούς ιδιαίτερα, το ιερό ερχότανε σε δεύτερη μοίρα. Ο μαγνήτης ήταν το ψαλτήρι όπου μαζευόμαστε γύρω από τον ψάλτη για να ψάλουμε το Χαίρε Νύμφη – Ανύμφευτε. Κι ακόμη περισσότερο βέβαια η μεγάλη στιγμή που την περιμέναμε πως και πως. Να ψάλουμε «Την ωραιότητα της Παρθενίας Σου» Εκεί πια ήταν το επιστέγασμα  της βραδιάς και η προσμονή ολόκληρης εβδομάδος. Ήταν που ο Δεσπότης ο Σπυρίδων ( Άρτα 1938) είχε δώσει εντολή στους πρωτοψάλτες να το ψέλνουν τα παιδιά κι ας το λένε άτεχνα.
  -Μα Δέσποτα -είχε διαμαρτυρηθεί ο Θωμάς  ο ψάλτης του Παντοκράτορα- το λένε φάλτσα.
  Δεν πειράζει του απάντησε ο Δεσπότης. Μόνο τα παιδιά, με τη δική τους αγνότητα δικαιούνται να ψάλλουν  αυτόν τον ύμνο !
  Χτες  καθώς άκουγα την καμπάνα της Ευαγγελίστριας, λίγο ακόμη και θα έβαζα τα κλάματα. Πως γίναμε αλήθεια έτσι; Πως αλλάξαμε ; Πως αγριέψαμε; Τι απέγινε εκείνη η παιδιάστικη πίστη που μας έκανε να τρέχουμε να χωθούμε όσο γίνεται γρηγορότερα  στην εκκλησία , να στριμωχτούμε όσο γίνεται πιο κοντά στο ψαλτήρι, για να υμνήσουμε με καθαρές καρδιές  «Ρόδον το αμάραντον χαίρε η μόνη βλαστήσασα»
   Ήταν η ψυχή μας που γονάτιζε μπροστά στην Άγια εικόνα Της,  επιχειρώντας να αναπλάσει με τη φαντασία,  την απαράμιλλη στιγμή του Ευαγγελισμού  και να νοιώσει το μεγάλο θαύμα της ασπόρου συλλήψεως.
  -Άσπιλε αμόλυντα άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε Θεόνυμφε Δέσποινα. Το ξέραμε όλο απέξω, μ`όλο που ποτέ δε θα το λέγαμε μπροστά στην Εικόνα Της, μια και αυτό ήταν προνόμιο των μεγάλων και των καλλίφωνων.
   Ξέραμε απέξω όλο το τελετουργικό κι έμοιαζε ο καθένας μας  ένας τελετουργός της ωραίας λειτουργίας.
   Τώρα προσπαθώ να  θυμηθώ τα λόγια απ` τα τροπάρια, απ` τα εγκώμια, αλλά η μνήμη μου αρνήται όλο και πιο συχνά, αυτή τη χάρη κι άλλο δε θυμάμαι πάρεξ στίχους σκόρπια εδώ και  εκεί  
  Προγραμματίζουμε από καιρό , σχεδόν τη λαχταράμε, αυτή την ώρα των χαιρετισμών που κρατάει μιαν ιδιαίτερη συγκίνηση που έρχεται από παλιά. Όπως μετά από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας, η γη λαχταρά τη βροχή, έτσι και η θρησκευτικότητά μας, αποζητά  τη μελωδία των ύμνων και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της εκκλησίας, με το θυμίαμα να ανεβαίνει προσευχή στη Θεομήτορα.
   Μερικοί αδιόρθωτα ρομαντικοί,  λαχταράμε να ζήσουμε αυτές τις μέρες ,να νοιώσουμε, να χαρούμε, να δακρύσουμε μπροστά στην εικόνα Της σε κάποιο απόμερο ξωκλήσι, με το φως των κεριών και με τους Αγίους να ζωντανεύουν μέσα από την ακινησία της αγιογράφησης και να  γεμίζουν τον χώρο με την ιερότητα της παρουσίας τους, σε μια  λιτανεία ικεσίας  στη Μητέρα των μητέρων.
   Όμως τα προγράμματα μένουν προγράμματα Όλο και κάτι θα ματαιώσει τη λαχτάρα της ψυχής. Θυμάμαι τον καλόγερο, που μου είπε όταν του είπα «Μα πώς να αφήσω γέροντα το μαγαζί, τις δουλειές, τις ανάγκες κάποιες υποχρεώσεις»
 -Άκου- με κάρφωσε-είσαι απελπιστικά κολλημένος με τα γήινα. Ψάχνεις προφάσεις να αποφύγεις τις αληθινές σου υποχρεώσεις.  Η ζωή δεν είναι εδώ. Τις δουλειές τις σκέφτεσαι την ψυχή σου όμως; Λες όπως όλοι, έχουμε καιρό .Όμως κανείς δεν ξέρει πότε ο Δεσπότης θα σου χτυπήσει την πόρτα και συ θα τρέχεις αλαφιασμένος να βρεις λάδι εκείνη τη στιγμή, να ανάψεις το λυχνάρι της ψυχής σου για να τον υποδεχθείς !»
  Η καμπάνα της Ευαγγελίστριας καλεί στους χαιρετισμούς. Προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια. Όμως το μόνο που θυμάμαι είναι: Την πάσαν ελπίδαν εις Σε ανατίθημι. Μήτηρ του Θεού φύλαξόν με υπο την σκέπην Σου
                      Σταύρος Ιντζεγιαννης
              Σταύρος Ιντζεγιαννης

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟΣ 16 / 2 / 18



                                            ΚΑΘ ΟΔΟΝ   
ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ  ΠΡΟΣ ΤΗ ΖΩΉ

     Ιδού οδοιπορούμε προς Βηθλεέμ. Οδοιπορούμε προς τη ζωή. Εκεί όπου  το σκοτάδι  έγινε φως. Η απελπισία ελπίδα. Η  αμαρτία εξαγνισμός. Εκεί όπου ο άνθρωπος ξαναγεννήθηκε για να κερδίσει την αληθινή ζωή. Την αιώνια  απόλαυση του Παράδεισου.
    Μια οδοιπορία που άρχισε από τη στιγμή που η μάνα , μωρά ακόμη μας πήγε για πρώτη φορά στην εκκλησία και μείναμε μαγεμένοι  από  την υπόσχεση μιας αιώνιας  ζωής; προσκολλημένοι στον Λόγο Του και στο παράδειγμά Του
   Έτσι μεγαλώσαμε σιγά – σιγά. Από τις πρώτες κινήσεις που μας έμαθε η ευλογημένη αγάπη της, ήταν να κάνουμε το σταυρό μας. Ύστερα  το «Πάτερ ημών». Κάπου εκεί άρχισαν μαζί με τις πρώτες σκανταλιές  και τα δύσκολα. «Να γράψεις 10 φορές το Πάτερ ημών» , μέχρι να το μάθεις απέξω-είπε ο Συνέσιος ο καλόγερος που μας έκανε και κατηχητικό. 
    Άγιος άνθρωπος , δεν ήξερε γράμματα πολλά ,αλλά η διδαχή του όλη κι όλη ήταν τα παράδειγμά του. Έμενε μέρες θεονήστικος για να βοηθήσει τους φτωχούς στη γειτονιά.
      Στην κατοχή θυμάμαι που ζητιάνευε για ένα ξεροκόμματο ψωμί, όχι για τον εαυτό του αλλά για άλλους που δεν είχαν ούτε μπουκιά.
  -  Βαρέθηκα να σου μπαλώνω το ράσο –του είπε μια μέρα η μάνα (ήταν τακτικός στο σπίτι μας ) και του πήρε ένα καινούργιο. Έκανε σα μικρό παιδί από τη χαρά του. Δεν το φόρεσε. Πήγε και το χάρισε στον καλόγερο στο μοναστήρι της Φανερωμένης .Ήταν χειρότερο από το δικό μου ράσο απολογήθηκε γελώντας στη μάνα μου που του έβαλε τις φωνές «εγώ το πήρα για `σένα»
  -Χριστιανή μου της είπε , λες να μη με δεχθούν εκεί πάνω  επειδή θα φοράω τριμμένο ράσο; Τι λες εσύ Νίκο ρώτησε τον πατέρα γελώντας.
   -Εγώ λέω καλόγερε ότι δεν ξέρεις από γυναίκες. Αν είχες παντρευτεί θα ήξερες ότι αυτές δεν παίρνουν από λόγια!!!
    Άλλη μια φορά. Παραμονές Χριστουγέννων είχε φτιάξει η μάνα τους κουραμπιέδες της και μοσκοβολούσε το σπίτι. Μας τρέχανε τα σάλια
«Αλλά μη τολμήσετε να φάτε γιατί θα κοινωνήσετε ανήμερα»
  -Γιατί δεν τους κλειδώνεις –είπε η θεία, που ζούσε μαζί μας και πάντα μας γλίτωνε από τη τιμωρία καθώς μας λάτρευε και μας κακομάθαινε, όπως έλεγε η μάνα. Παιδιά είναι !
  «Αν τους κλειδώσω δεν έχει αξία .Η νηστεία είναι μια άσκηση αυτοελέγχου και αυτοπειθαρχίας. Να μάθουν από τώρα να κυριαρχούν στα πάθη τους» Ήταν ανυποχώρητη στις απόψεις της σε ό,τι αφορούσε την αγωγή μας.
 -Κλέψε δύο  κουραμπιέδες και φέρε να τους φάμε, να έχουμε την αμαρτία μισή- μισή –είπε ο πατέρας μου. Και όχι για να τους φάει-είχε διαβήτη- αλλά για να γελάσει με τη μάνα την οποία λάτρευε και του άρεσε να την πειράζει
   Όταν το εξομολογήθηκα στον Συνέσιο ( όσο και να του κρυβόσουνα είχε τον τρόπο να σου τα βγάζει ο ευλογημένος) με έβαλε να γράψω 100 φορές δεν θα ξανακλέψω. Χώρια που ήρθε στον πατέρα μου και του έβαλε τις φωνές. «τι πράγματα είναι αυτά μαθαίνεις το παιδί να κλέβει. Για τιμωρία σου θα μου δώσεις 100 δραχμές-πολλά λεφτά για την εποχή- να τα δώσω σε δυο οικογένειες που πεινάνε».
  Δε συμφέρει ούτε να κλέψεις σ` αυτόν τον τόπο-είπε γελώντας ο μακαρίτης. Εσύ ξεπατώνεσαι στο γράψιμο κι εγώ στην πληρωμή. Άσε μη ξανακλέψεις , στοιχίζει ακριβά,
   Τα θυμήθηκα όλα αυτά καθώς οι κουραμπιέδες είναι στο ντουλάπι κλειδωμένοι. Δεν ξέρεις τι γίνεται. Καλύτερα να φυλάγεσαι!!!
   Ιδού οδοιπορούμε προς Βηθλεέμ. Μεγάλοι πια. Ψάχνω μέσα μου να βρω εκείνη την παιδική αθωότητα που μας έκανε να τρέχουμε στην εκκλησία  σαν καταφύγιο σε κάθε δυσκολία. Να κάνω τον σταυρό μου όχι τυπικά αλλά σαν μια εσωτερική ανάγκη. Να ευχαριστήσω τον Κύριο για τα τόσα αγαθά που έχουμε και πάλι η απληστία μας δε χορταίνει.
  Θα φτάσουμε άραγε στη Βηθλεέμ –αναρωτιέμαι, να βρούμε το αληθινό φως ,να κερδίσουμε την αληθινή ζωή ή θα μείνουμε προσκολλημένοι στους τύπους ,νομίζοντας ότι έτσι πλησιάζουμε  στη φάτνη.
Θα μπορέσουμε να σταθούμε αληθινού  προσκυνητές με καθαρές καρδιές ή θα πρέπει να ξαναγράψουμε  50, 100, χίλιες φορές –Θεός σ`χωρές τον Συνέσιο- το «Δόξα εν Υψίστοις Θεό και επί γης ειρήνη» μέχρι να καταλάβουμε το αληθινό νόημα της γέννησης Του ;
  Σταύρος Ιντζεγιάννης

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟς 9 / 2 / 18


                                                                               ΚΑΘ ΟΔΟΝ

      ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ
    
   Ανάθεμα που δούλεψε τα τρία τα Σαββάτα. Το Σάββατο της Τυρινής, το Σάββατο των Ρουσαλιών και των Αγίων Θοδώρων διαβάζουμε στη λαογραφία μας σχετικά με τα ψυχοσάββατα
    Όλα τα Σάββατα  είναι αφιερωμένα  στη μνήμη των νεκρών, όπως και όλες οι Κυριακές είναι αφιερωμένες  στην Ανάσταση του Κυρίου.  Ιδιαιτέρως όμως  δύο Ψυχοσάββατα υπάρχουν που κατ εξοχήν μνημονεύουμε και τιμούμε με προσφορά κολλύβων στη μνήμη τους. Το Σάββατο της Τυρινής και το Σάββατο της  Πεντηκοστής.
     Η εκκλησία μας τα ψυχοσάββατο των Αποκρέω δέεται  προς τον Κύριο  να δείξει το έλεός τους   όχι μόνο σε μας αλλά και σε όλους όσους προηγήθηκαν κεκοιμημένους συγγενείς και φίλους και απανταχού ορθοδόξους.
      Η εκκλησία στηριζόμενη στην Αγία Γραφή τιμά  το σώμα ως Ναό του Αγίου Πνεύματος (Προς ΚορινθίουςΑ) και διδάσκει ότι το σώμα θα αναστηθεί και θα ενωθεί με την αθάνατη ψυχή.
    Γι αυτό άλλωστε  και απαγορεύει την καύση των νεκρών και εύχεται υπέρ πάντων των απ` αιώνος  εν πίστη και ευσεβεία κεκοιμημένων
   Τα ψυχοσάββατα  βράζουν κόλλυβα  τα οποία διαβάζουν στην εκκλησία ή κάνουν φιλανθρωπία (το λεγόμενο ψυχικό) ή πηγαίνουν και κάνουν τρισάγια τους τάφους των δικών τους. Παλαιότερα μάλιστα δε δούλευαν τη μέρα αυτή τιμώντας τους νεκρούς τους.
   Πλούσια η λαογραφία σχετικά με τα Ψυχοσάββατα Το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων  οι ανύπαντρες κοπέλες  έβαζαν κόλυβα κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποιόν θα πάρουν
   Το έθιμο των κολύβων η λαϊκή παράδοση το συνδέει με το θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος
   Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Ιουλιανός 361-363 πραγματοποίησε μεγάλο διωγμό κατά των χριστιανών. Γνωρίζοντας το τυπικό των χριστιανών για τη νηστεία, και θέλοντας να τους ταλαιπωρήσει ακόμα περισσότερο, κάλεσε τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης και του είπε να αποσύρει από την πόλη τα τρόφιμα που ήταν νηστίσιμα, υποχρεώνοντας τους χριστιανούς είτε να μη νηστεύσουν, είτε να μείνουν νηστικοί. Έτσι και έγινε. Τότε σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση εμφανίστηκε μπροστά στον Ευδόξιο (360-370μ.Χ.), ο Θεόδωρος ο Τήρων και του είπε «σύναξε το ποίμνιο του Χριστού και δώσε εντολή, κανένας Χριστιανός να μην αγοράσει τίποτα από όσα πουλιούνται, διότι όσα πωλούνται στην αγορά είναι μιασμένα, αφού με εντολή του βασιλιά έχουν μιανθεί από αίμα ειδωλόθυτων ζώων, και αναπλήρωσε τις ελλείψεις αυτών, χορηγώντας κόλλυβα». Έτσι όλη την εβδομάδα έφαγαν κόλλυβα. Από τότε μέχρι και σήμερα εορτάζεται την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής το θαύμα αυτό.
  Χρησιμοποιείται δε το σιτάρι διότι ο Ϊωάννης κεφ ;12 παρ 24 γράφει «.Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις τη γην αποθάνει ούτος μόνος μένει. Εάν δε αποθάνει πολύν καρπόν φέρει.»
  Άσχετα πάντως από το εκκλησιαστικό γεγονός πρέπει να ομολογήσω  πως  το  βρασμένο  σιτάρι ,ανακατεμένο με τριμμένη φρυγανιά, ζάχαρι , ρόδι αμύγδαλα και σταφίδα ήταν το καλύτερο γλύκισμα των παιδικών μου χρόνων καθώς η μάνα το έφτιαχνε συχνά ως απογευματινό κέρασμα τις ημέρες της νηστείας .
 Από τις κορυφαία γεγονότα  της εκκλησίας μας τα Ψυχοσάββατα δεδομένου ότι  μας καλεί να προσευχηθούμε μαζί της  για τις ψυχές των κεκοιμημένων μας. Γι αυτό άλλωστε τα τριήμερα που τελούμε είναι αφιερωμένα στην Ανάσταση του Κυρίου μετά από την παραμονή του τριήμερο στον τάφο και η ευχή είναι να αναστηθεί και ο νεκρός μας στη ουράνιο βασιλεία.
  Τα 9μερα είναι για τα 9 τάγματα των Αγγέλων και η ευχή είναι και ο νεκρός μας να βρεθεί μαζί τους
  Τα 40μερα είναι για την ανάληψη του Κυρίου και η ευχή είναι να αναληφθεί και ο νεκρός μας  και να συναντήσει τον Χριστό  στην Ουράνιο βασιλεία και τα ετήσια είναι όπως τα γενέθλια. Έτσι τιμούμε τη μέρα της μετάστασής του .
   To 1754   τo κίνημα των μοναχών του Αγίου Όρους δίχασε ευτυχώς προσωρινά την εκκλησία ( το γνωστό ως κίνημα των κολυβάδων) γιατί  πίστευαν πως δεν πρέπει να  τελούνται μνημόσυνα τις Κυριακές η οποία είναι  Αναστάσιμη ημέρα, έως ότου ο Πατριάρχης Θεοδόσιος 1770 και αργότερα ο Γρηγόριος ο Ε  1798 επέτρεψαν την τέλεση μνημοσύνου και τις Κυριακές 
  Υπέρ γονέων και διδασκάλων ( Τους χρωστάμε τόσα πολλά) δέεται σήμερα η στήλη. Ο ελεήμων Θεός να τους έχει στα δεξιά του .Σκέφτομαι πόσα κάνανε για μας κι αναρωτιέμαι αν εμείς μπορέσαμε να ανταποδώσουμε το ελάχιστο.
Σταύρος Ιντζεγιάννης