Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΒΙΒΛΙΑ

ΓΙΑΝΝΗ ΚΩΤΣΑΔΑΜ

ΠΡΟΕΚΤΆΣΕΙΣ
Στην ποιητική Δημιουργία του Γιάννη Κορίδη

Μια ενδιαφέρουσα κριτική ανάλυση, πάνω στις προεκτάσεις και τις τομές της ποίησης, μέσα από διεισδύσεις και ανιχνεύσεις ,παρουσιάζει ο Γιάννης Κωτσαδάμ ιχνηλατώντας την ποιητική του διαδρομή του Γιάννη Κορίδη από το 1952 μέχρι το 2010.
390 σελίδες –εκδόσεις Ιωλκός 2011-με έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα πρόλογο για την ποίηση και την ποιητική σε μια προσπάθεια γενικότερης τοποθέτησης στο βαθύτερο νόημά της και πάντα με αφορμή την ποιητική πορεία του Γιαννη Κορίδη ,μια πορεία 58 ετών, με πρώτα δημοσιευμένα ποιήματα στα 16 χρόνια του το 1952
Ο Γιάννης Κωτσαδάμ αναλύοντας τις 9 συλλλογές Κορίδη μία προς μία στέκεται στις προεκτάσεις τους υπογραμμίζοντας ότι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι η απλή ανάγνωση της ποίησης, αλλά η με στοχασμό κατάδυση στα βάθη του συνειδητού αλλά και του υποσυνείδητου του ποιητικού λόγου με τον όρο ότι το ξάστερο μάτι βαθαίνει ως την έσχατη ίνα του ποιητικού ιστού και τον φωτίζει με λατρεία στην αλήθεια.
Ιχνηλατώντας τη διαδρομή του Κορίδη, από την πρώτη « Με την Ανατολή του ήλιου» 16 ετών για την οποία ο Μιχ Περάνθης θα γράψει «Η γνησιότητα της ποιητής διαθέσεως υπάρχει Και γίνεται προσευχή, αίνος, μετάνοια, παραβολή μ` ένα πνεύμα ταπεινοφροσύνης και εγκαρτέρησης» αναφέρεται μέχρι την τελευταία «κλειστός χώρος»-2009
Αυτό που ξεφεύγει από τις συνήθεις κριτικές αναλύσεις είναι ο τρόπος που ο Κωτσαδάμ προσεγγγίζει γενικότερα την ποίηση έχοντας πάντα αφορμή την ποιητική δημιουργία του Κορίδη η οποία του δίνει την ευκαιρία να αναπτύξει τις απόψεις του πάνω σε ένα ευρύ φάσμα της πνευματικότητας του καθημερινού μας βίου.
Οι προεκτάσεις του και οι θέσεις του ισχυροποιούνται και υπογραμμίζονται με συχνή αναφορά και παραπομπές στο ποιητικό και το γενικότερο πνευματικό έργο σύγχρονων καθιερωμένων ποιητών- συγγραφέων- διανοουμένων -Βάρναλης- Σεφέρης- Άβλιχος -Δημοτικό τραγούδι και άλλοι ημεδαποί ή ξένοι- -που δίνουν στο όλο έργο μια πολυπλευρικότητα και μια πολυεπίπεδη θεώρηση πάνω στα πνευματικά πολιτικά, αισθηματικά ακόμη και εκκλησιαστικά πράγματα του καιρού μας για τα οποία κρατά μια αιχμηρή κριτική και για τα οποία ασχέτως αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς οφείλει να ομολογήσει ότι τεκμηριώνονται πάνω σε ποικίλες εκφάνσεις της καθημερινότητας.(αφορισμοί- υποδοχή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κ.α)
Οι «κραυγές στη θύελλα » του δίνουν την ευκαιρία να παρατηρήσει: Από την κοινωνία μας οι σιωπές έχουν εξορισθεί ενώ «Χωρίς σιωπή και θαυμασμό η ψυχή δε γίνεται ποιητική. Η έμπνευση δεν ευδοκιμεί. Η σιωπή ανασταίνει τις λέξεις και πλάθει την ομορφιά της τέχνης …ότι είναι το χώμα για το φυτό το νερό για τα υδρόβια και ο αέρας για τα αερόβια είναι η σιωπή για την ποίηση» κι ακόμη με την ίδια αφορμή πάντα θα γράψει «Η ποίηση όπως η σύνολη τέχνη όταν κυοφορείται στη σιωπή φτερώνεται στροβιλίζεται αναφλέγεται εκτινάσσεται και πυρπολεί.»
Για το «Το πρόσωπο της γης» για το οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης σε επιστολή του στον Ποιητή το 1957 θα γράψει «Διάβασα το πρόσωπο της γης και γνώρισα ένα αληθινό ποιητή» ο Γιάννης Κωτσαδάμ (χτυπώ πάνω σε βράχια κακοτράχαλα μια στάλα ζωής ν` αναστήσω-μια σταγόνα νερού να γλείψει τον ιδρώτα της μαρτυρικής μου γενιάς) σημειώνει: Ο πόνος του ποιητή κυρίαρχο στοιχείο διαποτίζει ολόκληρο το ποίημα. Η εικονοπλαστική του δύναμη αιχμαλωτίζει. Πορτρέτα εικόνες .Το παράπονο σμιλεμένο σε όγκο βαρύ στέκει καταλυτικό και πληγώνει.
Πιο αναλυτικός στις «Διεισδύσεις»με αφορμή κάποιους στίχους (Χρόνο με το χρόνο αφαιρούμε βήματα εγκαταλείπουμε τον αγώνα) κι αλλού (Ούτε χορτάρι νιόβγαλτο ούτε νερό πηγής στα χέρια μου) σημειώνει:
«Ο Γιάννης Κορίδης μετράει θαρρείς κόμπο , κόμπο στους καϋμούς του κόσμου. Γίνεται στο έπακρο αυτό που είναι από φυσικού κι από αρματωσιά ευπαθείς σεισμογράφοςς. Είναι η δική του συνείδηση και ταυτόχρονα ο απόηχος της συνείδησης ή της τραγικότητας όλων των συνοδοιπόρων στη ρημαγμένη γη»
Ωστόσο ο Κωτσαδάμ με αφορμή την «Αφιέρωση» για την οποία γράφει « Είναι γεμάτη από σκιρτήματα ψυχής που καταυγάζεται από σέλας ερωτικό» επιχειρεί μια τομή στην προσωπικότητα και το χρέος του ποιητή σημειώνοντας πως «Ο ποιητής δεν είναι ιεροκήρυκας , είναι κήρυκας με κηρύκειο ιερό…μέσα του τήκονται τα πάντα. Είναι το μεγάλο χωνευτήρι που κοχλάζει ασταμάτητα, τον συνέχουν τα νοήματα σύνολης της ζωής
Κι ακόμη θα παρατηρήσει: Το ποιητικό υπέδαφος του Γ.Κορίδη είναι κατάφορτο από οδύνες και λεπτό έρωτα.Αυτό το ζεύγος αξιών είναι το κινούν της σύνολης δημιουργίας του ποιητή (χρονολόγιο)
Κι ακόμη Ο Γ.Κορίδης βάζει τον δάχτυλο στην πληγή. Στην πληγή μιας κοινωνίας μαραμένης και αδιέξοδης Ο πυρήνας της ποίησή του είναι είναι ο σεισμογράφος του ανθρώπινου πόνου (Η νύχτα της Θάλασσας)
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προέκταση της ιχνηλασίας του Γιάννη Κωτσαδάμ στην ποίηση του Γιάννη Κορίδη παρουσιάζει η «Γενική Θεώρηση» σελ 263 όπου παρουσιάζεται μια γενική θέση του κριτικού- αναλυτή για τον ποιητή Κορίδη αλλά και την ποίησή του ( είναι φανερό σε όλη την έκταση του ποιητικού λόγου του πως εκείνο που συνέχει και διαποτίζει το στοχασμό και την ευαισθησία του είναι ο άνθρωπος ,η ζωή και τα προβλήματά του ….Ο ποιητικός λόγος του Γ.Κ κατεργάζεται κοινά συναισθήματα και γενικές ιδέες του Ανθρώπου….Η μοναξιά του καιρού που παίρνει διαστάσεις και μορφές πρωτόγνωρες…ο Ποιητής μεταστοιχειώνει τη ζωή σε ποίηση…τα φωτίζει με ιλαρό φως κατανόησης και ευπροσηγορίας…λαμπαδηφόρος ο λόγος του στυλώνει τη συνείδησή μας καταγράφοντας και φωτίζοντας τα κακοφορμισμένα έλκη. Η ποίηση του Γιάννη Κορίδη είναι ελληνική. Είναι χοάνη που μέσα της κυλούν «οιον ελαίου ρεύμα»απαλά και αθόρυβα όλα τα γνωρίσματα του Ελληνικού. Έχει μέτρο ήθους και ήθος μέτρου Διαποτίζεται και διαπνέεται από πνεύμα σεμνότητος, από λογισμό σώφρονα. Δεν κομπορρημονεί βλάσφημα. Έχει γνώση των ορίων της σύνεσης και του προκλητικού. Ο ποιητής είναι μαχητικός με επίγνωση με θάρρος όχι με θράσος κ.α)
Ιδιαίτερα όμως εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη η θέσεις του στη διερεύνηση του ποιητικού λόγου και ακόμη στο χρέους του ποιητή όπου εστιάζοντας, έχει σε 50 πάνω- κάτω σελίδες έναν τσεκουράτο καταγγελτικό λόγο -που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Για το σύστημα και τους κρατούντες. Για την καταφορά των καιρών αλλά και για την πολιτική.
Σημειώνοντας ότι θεωρεί αναγκαία μια εκτενή αναφορά στην ουσία της ποιητικής δημιουργίας για να φανεί ο ανάποδος δρόμος που πορεύεται η ανθρωπότητα και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν, υπογραμμίζει ότι η μόνη ευάρεστη νότα στο χαλασμό είναι η λυτρωτική ποίηση …θάνατος της ποίησης και των ποιητών σημαίνει ανατίναξη της κοινωνίας…Ο τροχός της ιστορίας δεν κινείται με στρατηλάτες και πολεμοκάπηλους αλλά με ποιητές και στοχαζόμενους. Ειδικότερα ο Γιάννης Κωτσαδάμ θέτει και απαντά στο ερώτημα «Τι είναι και πως συντελείται ή καλλιτεχνική δημιουργία ;Υπάρχει αλήθεια μυστικό στην καλλιτεχνική δημιουργία»
Η απάντησή του :…«με την οποιαδήποτε καλλιτεχνική έκφραση ο άνθρωπος βεβαιώνεται και ερείδεται πάνω σε κάποιο στερεό κρηπίδωμα που τον κάνει ικανό να ξεδιπλώσει τις δυνάμεις του και να πορευτεί πέρα απ` όπου η φύση τον άφησε στην αρχή της ζωής…Σ` αυτή την καλλιτεχνική δημιουργία που είναι παράλληλα στήριγμα και ανανεωτικό ανάπτυγμα συνυπάρχουν σε ιδιάζουσα αναλογία δύο παραγωγικές αιτίες .Πρώτα το συναίσθημα και έπειτα ο λόγος ,η λογική»
Δεν είναι δυνατό βέβαια σε ένα σύντομο σχολιασμό να αναφερθείς στον καταξιωμένη ποίηση του Γιάννη Κορίδη και στην διερεύνηση -τις τομές της κριτικής –ανάλυσης του διακεκριμένου κριτικού Γιάννη Κωτσαδάμ.θα παρατηρήσω ωστόσο ότι κρίνοντας την ποίηση και τον ποιητή ο Κωτσαδάμ γράφει ο ίδιος εν πολλοίς ένα ποιητικό κείμενο με αναφορά στην αισθητική των λέξεων που χρησιμοποιεί και την καθαρότητα του λόγου και φυσικά χρειάζεται να υπογραμμίσω ότι οι «Προεκτάσεις» δεν είναι απλά ένα βιβλίο για ανάγνωση – τέρψη αλλά ένα εργαλείο προβληματισμού και μελέτης.


Σταύρος Ιντζεγιάννης
Σαρανταπόρου 34 262.23 Πάτρα
E mail sindzeyan@ yahoo.gr

Το κείμενο υπάρχει και στο blog : fileas-stiv.blogspot.com
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΕΠΙΔΡΟΜΗΣ
(Δημητρίου Γεωργίου Πανόπουλου)

Μια διαφορετική καταγραφή της ιστορίας μέσα από τη μνήμη ενός δεκατετράχρονου παιδιού όπως την έζησε κι έμεινε στο βάθος της μνήμης του με τον τρόμο την αγωνία αλλά και τους μικρούς ενθουσιασμούς που γεννούσε το γεγονός ότι μπόρεσε να ζήσει τη οικογένεια της οποίας βρέθηκε προστάτης στα 14 του χρόνια.
H ιδιαιτερότητα της αφήγησης, σε πρώτο πρόσωπο, βρίσκεται στο ότι αφηγείται με ότι και όπως η μνήμη διατήρησε ανέπαφα από το χρόνο περιστατικά, ψυχολογικές του αντιδράσεις ,ντοπιολαλιά και κυρίως τις απορίες και τις ερωταποκρίσεις της παιδικής ηλικίας.
Έχουν γραφεί και θα γράφονται παρά τον μισό και παραπάνω αιώνα (67 χρόνια από το 1943)εκατοντάδες περιγραφές βασισμένες σε προφορικές μαρτυρίες ή ιστορικά αρχεία και κάθε μία με τη δική της αξία. Εδώ όμως έχουμε μιαν αλλιώτικη περιγραφή του τρόμου και του πανικού, της οδοιπορίας, της πείνας αλλά και του αγώνα που κάνανε οι άνθρωποι για μια χούφτα σιτάρι ή τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις για να σώσουν τη ζωή τους.
Δόκιμος ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας ο κ Μίμης Πανόπουλος ( (Εκτός των άλλων μας έχει δώσει δύο περισπούδαστες ιστορικές έρευνες .«Ο κλήρος στην Εθνεγερσία του 1821» και «Οι Μαζαίοι αγωνιστές του1821» , όπου προβάλλονται με βάση αδιάσειστα στοιχεία από τα Ιστορικά και εθνολογικά αρχείο του κράτους η συμμέτοχή του κλήρου στον αγώνα του 21 αλλά και τα εναρκτήρια του αγώνα της εθνικής μας παλιγγενεσίας από τα Καλάβρυτα )γυρίζοντας τον χρόνο πίσω θυμάται και εξιστορεί τις μέρες του τρόμου και της φρίκης στην περιοχή των Καλαβρύτων και στη γενέτειρά του Μαζέικα.
Ένα σύντομο, ιστορικό πόνημα όπου ο κ. Δημήτρης Πανόπουλος αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την επιδρομή των Γερμανών στα Μαζέικα και όπου ο αναγνώστης ανακαλύπτει μέσα από τις παραμέτρους της αφήγησης πολύτιμα στοιχεία για τον χρόνο και τα γεγονότα της Γερμανικής κατοχής όχι μόνο στα Καλάβρυτα-Μαζέικα αλλά σε όλο το κατοχικό φάσμα στην Ελλάδα.
Έχουμε σε κύρια περιγραφή τον τρόπο της οικονομικής συναλλαγής της εποχής που γύριζε την οικονομία στις πηγές της γέννεσής της με την ανταλλαγή προϊόντων και όχι με το χρήμα. «Αγόρασα σκέπες μαύρες και καφέ ,κάλτσες τσεμπέρες, βελόνες κουβαρίστρες χτένια και ότι άλλο μπορούσε να αποτελέσει ανταλλάξιμο προϊόν. Δηλαδή φασόλια αραποσίτι, αβγά κ.τ.λ»
Έχουμε την κατοχική κυβέρνηση στις πόλεις αλλά και την κυβέρνηση του βουνού, των ανταρτών: «Την εποχή εκείνη Ιούλιος του 1943 προκειμένου να μετακινηθεί κανείς από την κωμόπολη έστω για τα γύρω χωριά, απαιτείτο άδεια από το φρουραχείο των ανταρτών που η έδρα του ήταν η Κλειτορία»
Έχουμε ακόμη σε δυο απλές γραμμές μιαν άποψη της τραγωδία της κατοχής « σε μια εξόρμησή τους –οι Γερμανοί- έκαψαν το σπίτι μας όπως και όλη την κωμόπολη με όλα τα υπάρχοντά μας»
Ακόμη αλλού: « Πριν καλά –καλά μπω στην εφηβεία, ήμουν 14 χρονών έγινα απότομα άνδρας»
Μια σημαντική πληροφορία για την εκπαίδευση έχουμε καθώς ο πατέρας Πανόπουλος ήτο διδάσκαλος από το 1901.Με βάση ότι ο συχωρεμένος ήταν 59 ετών το 1943 οδηγούμαστε στη σκέψη ότι οι δάσκαλοι διοριζότανε τελειώνοντας το γυμνάσιο(δημοτικό, σχολαρχείο, γυμνάσιο) 17 ετών.
Ακόμη: Ζήτησα από τη θεία το γαϊδούρι. Το σίγουρο μεταφορικό μέσο της εποχής. Και ακόμη οι Εγγλέζοι είχαν μοιράσει από μία λίρα σε όλες τις οικογένειες που κάηκαν τα σπίτια τους
Όλα αυτές οι παράμετροι της κύριας αφήγησης που περιγράφει τον τρόπο και τις αδιάκοπες μετακινήσεις τους προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψή τους από τους Γερμανούς δίνουν στο αφήγημα του κ. Πανόπουλου ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μαζί με τον γλαφυρό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας αφηγείται τα περιστατικά κάνουν «Το χρονικό μιας επιδρομής» ένα τερπνό μαζί και χρήσιμο ιστορικό ανάγνωσμα.
Ο αναγνώστης παρακολουθεί ημέρα την ημέρα ή πιο σωστά ώρα την ώρα την αγωνία των ανθρώπων για την επιβίωσή τους αλλά και την θηριωδία των στρατευμάτων κατοχής.
Το χρονικό μιας επιδρομής όπως την έζησε ένα 14χρονο αγόρι και που αποτελεί ένα χρήσιμο ντοκουμέντο για να μαθαίνουν οι νέοι και να μη ξεχνούν οι παλαιότεροι΄
Σταύρος Ιντζεγιάννης