Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

EKKLHSIOPLOGOS 8/01/14



                                          Καθ οδον

       ΣΑΚΧΑΡΟ 3.40

     - Χρόνια  πολλά. Καλή χρονιά!
     - Πάλι;
    - Και πάλι και ξανά και πάλι. Διότι πρώτον οι γιορτές  στην Ελλάδα κρατάνε  σαράντα μέρες .Δεύτερον διότι οι ευχές  είναι ότι καλύτερο μπορείς από την καρδιά σου να δώσεις μια κι άλλωστε είναι το μόνο ανέξοδο. Τρίτον  διότι υπογραμμίζουν αν μη τι άλλο την αγάπη σου και τέταρτον διότι που ξέρεις, λέγε, λέγε μπορεί και να πιάσουν. Χρόνια πολλά  λοιπόν.
 - Καλά κι ευλογημένα.
 - Πως περάσατε το δωδεκαήμερο, είναι η συνηθισμένη ερώτηση μετά τις γιορτές
 -Χάλια λέει ο Παμίνος.
  Αίσθηση. Απορεί η παρέα. Τι συνέβη βρε; Αρρώστησε κανείς; Πήρες το εκκαθαριστικό της εφορίας ή ήρθε η κουνιάδα σου με το τσούρμο της και θρονιάστηκαν δυο βδομάδες ;
   -Τίποτε από αυτά. Σάκχαρο 3.40. Τρεις μέρες τώρα  και δε λέει να πέσει. Ούτε με glucophage.ούτε με solosa και δε συμμαζεύεται . Τρέμω μην αρχίσω τις ινσουλίνες και μετά άντε να βρεις άκρη.
  Διότι εξηγεί πέσανε μαζεμένα τα γιορτάσια  και δε λένε να τελειώσουν. Γλυκό ο ένας, κουραμπιέ ο άλλος , πάστα πιο πέρα, πιε κι ένα τσίπουρο ή μια τεντούρα και ξανά κουραμπιέ στο σπίτι του μπατζανάκη ή του πρωτοξάδερφου. Άσε πια η πεθερά θα φας οπωσδήποτε μελομακάρονα γιατί τα έφτιαξα ειδικά για σένα. Ολόκληρη κόρη σου έδωσα!
  -Γιατί υπήρχε περίπτωση να μου δώσετε τη μισή;
   Κοινωνικοί άνθρωποι είμαστε, κάπου θα πας για χρόνια πολλά. Ακόμη και στην καφετέρια σου  σερβίρουν καφέ και βάζουν και ένα κομμάτι κέικ ή ένα γλυκό ( από τα κατεψυγμένα  φυσικά που τα ζεσταίνουν  εκείνη την ώρα αλλά τέλος πάντων η χειρονομία μετράει).
   Φάε εδώ , φάε εκεί - του  δώσαμε και κατάλαβε! Το  είχα υπό έλεγχο τόσο καιρό γύρω στο 1-1.10 το πολύ 1.20 και ξαφνικά να που ανέβηκε 3.40 και δε λέει να πέσει.
    -Και γιατί έτρωγες βρε αφού ξέρεις ότι έχεις ιστορικό και το πας  δίαιτα σε δίαιτα.
    -Έλα ντε. Μου λες  γιατί η Εύα παράκουσε την εντολή του Θεού; Η απαγόρευση είναι πειρασμός που σε πολιορκεί: δοκίμασε, φάε, χόρτασε. Κοίταξε τους άλλους που τρώνε.    
  Έφτιασε η  Ελπινίκη μου  κουραμπιέδες  για το καλό που γιόρταζε κι η βασιλικούλα μας, κάτι που μας φέρανε  και οι κουμπάροι μας μια τούρτα τιραμισού , έφερε κι ξάδερφος ένα κουτί γλυκά, νάτο το σάκχαρο στα ύψη. Μπορείς να μη φας; Εδώ σε θέλω. Βλέπεις τα γλυκά στην πιατέλα  και κάτι σε πιάνει. Λες και σου φωνάζουν φάε-φάε βρε  μια μπουκιά , τι θα πάθεις;
 Δεν τα βάζεις  εύκολα με τον πειρασμό. Συμβαίνει κάτι το ανεξήγητο. Από τη στιγμή που ο γιατρός σου είπε απαγορεύονται τα γλυκά λες και σε πιάνει μια ανεξήγητη μανία να φας γλυκό. Σαν τα μικρά παιδιά που ψάχναμε πότε θα λείψει η μάνα για να βουτήξουμε το βάζο με το βύσσινο ή το κεράσι.( πήγε  η συγχωρεμένη να κεράσει τις φίλες της και  δεν υπήρχε κουταλιά στο βάζο!)) Σε τραβάει σα μαγνήτης η απαγόρευση, όπως τους πρωτόπλαστους  ο απαγορευμένος καρπός. Βλέπεις τον άλλον να τρώει και όχι μόνο, αλλά και να γλείφεται κιόλας  και συ να κοιτάς από μακριά.Αντέχεις ;
  Δεν έχει άδικο. Και δεν είναι μόνο τα γλυκά. Μετά τη νηστεία του σαραντάμερου – που δεν είναι δα και από τις πιο βαριές  -πέσαμε μονοί διπλοί στο φαγητό, με το κρέας και τα μεζεκλίκια και τα γλυκά σε πρώτη ζήτηση, λες και τα είχαμε στερηθεί  χρόνια. Και δεν είναι μόνο ο φίλος που παραπονείται. Όλοι μας λίγο- πολύ αυτές τις μέρες των Χριστουγέννων ΄-της Πρωτοχρονιάς  φάγαμε κάτι παραπάνω από το συνηθισμένο και… βόγκηξαν οι ζυγαριές .
  -Πω πω πήρα  3 κιλά ! Από αύριο δίαιτα.
  -Γιατί από αύριο και όχι από σήμερα;
  -Πρώτον διότι όλες οι δίαιτες αρχίζουν από …αύριο!!! Και δεύτερον διότι  έχουν μείνει κάτι κουραμπιέδες  στο σπίτι και είναι… κρίμα να τους πετάξουμε. Άλλοι δεν έχουν να φάνε κι εμείς να πετάξουμε τα γλυκά;
  -Κοροϊδεύετε λέει ο Παμίνος. Αλλά εγώ από …αύριο και τον καφέ  χωρίς ζάχαρη.3.40 είναι αυτό δεν αστειεύεται!
  - Μπράβο  Παμίνο από…αύριο και συ. Σήμερα με 3.40, βαρύ γλυκό και με το κέικ μάλιστα !!! 
                                             Σταύρος Ιντζεγιαννης






     

ΕΚΚΛΗΣΙΛΟΓΟς 17/01/14



                                                Καθ οδον
    Η ΚΥΡΙΑ ΓΡΙΠΗ

    Το κουδούνι χτύπησε πρωί, πρωί επίμονα.
    -Ποιος είναι, ρώτησα.
    Η κυρία γρίπη-απάντησε μια φωνή στριγκή. Ανοίξτε γρήγορα γιατί    
    έχω να πάω σε πολλούς σήμερα και δεν προλαβαίνω.
   -Μα εγώ έχω κάνει το εμβόλιο, πίνω ζεστά  φυλάγομαι από το κρύο, τι δουλειά έχετε με εμένα-τόλμησα να  ρωτήσω.
   -Δεν ξέρω τι μου λέτε, είπε ξανά η φωνή. Εδώ βλέπω το  όνομά σας στη λίστα και πρέπει να αρρωστήσετε.
   Και σου το έλεγα έβαλε τι φωνές η γυναίκα μου.  Φόρα φανέλα, βάλε πουλόβερ, φόρα το παλτό πάρε μαζί σου  την ομπρέλα. Μη γυρίζεις αργά το βράδι, σέρνεται γρίπη. Εσύ δε θέλεις  να  συμμορφωθείς .
   Έχει δίκιο η γιαγιά  -επενέβη ο Αναστάσης ο μεγάλος μου εγγονός (ετών σχεδόν 5) Εμάς φωνάζεις να πίνουμε το γάλα, να τρώμε την κρέμα, να κοιμόμαστε νωρίς αλλά εσύ δεν ακούς τη γιαγιά.
  -Έτσι είναι η μεγάλοι, μπήκε στην κουβέντα και ο δεύτερος εγγονός μου (Σταύρος αυτός ετών περίπου 3) Εμένα φωνάζει ο παππούς μη σκορπάς τα παιχνίδια σου, μη κάνεις  ψίχουλα στο πάτωμα, πιε το σιρόπι που σου έδωσε ο γιατρός για τον πονόλαιμο, πρόσεχε  να λες τα τσία σου, ενώ αυτός ούτε το χάπι του πίνει ούτε νωρίς γυρίζει σπίτι κι όσο για τσία…!!!   
   Κικιρίκου – έβαλαν τα γέλια οι  άλλοι δύο μπόμπιρες ο Μαρία και ο Μάριο;ς της άλλης μου κόρης (χρονιάρικοι αυτοί ) κι άρχισαν τα τρελά τους.
  Να ξαπλώσεις είπε η γυναίκα μου που με είδε να τρέμω. Τι να έκανα; Παπάς κρεμάμενος έγραφε κι υπόγραφε λέει ο λαός  Θέλοντας και μη ξάπλωσα διότι – ξέρουν οι παντρεμένοι από τέτοια- με  όλους τα βγάζεις πέρα με τη γυναίκα σου όχι!
   Να πάτε να σκεπάσετε τον παππού –είπε η γυναίκα μου στα πιτσιρίκια.  
  Ε, τι ήταν να το πει. Σε δύο λεπτά  αρπάξανε ότι κουβέρτα,  σεντόνι μαξιλάρι σκέπασμα υπήρχε ξεστρώνοντας  όλα τα κρεβάτια ακόμη και τα τραπεζομάντιλα και ότι μπορεί να υπήρχε στο σπίτι-ευτυχώς δε σηκώσανε και τα χαλιά- και  με θάψανε κάτω από ένα βουνό ρούχα να μη μπορώ να πάρω ανάσα αλλά ούτε και να κινηθώ γιατί σαν να μη έφταναν όλα τα άλλα καθίσανε και τα τέσσερα επάνω : «Ορκίσου ότι από εδώ και πέρα θα ακούς τη γιαγιά» .Ήθελα, δεν ήθελα ορκίστηκα. Θα υπακούω!!!
   Η ιστορία άρχισε από την Κυριακή το πρωί, όπου στην εκκλησία στο μνημόσυνο του αείμνηστου γιατρού του Φίλια έβηχα ζωηρά και ο φίλος γιατρός που ήταν πίσω μου με χτύπησε στην πλάτη. «Βήχεις άσχημα, έλα αύριο το πρωί στο ιατρείο να σε ακροαστώ να σου δώσω  κάποιο χάπι να σου περάσει»
  Να πας οπωσδήποτε, επέμενε- Δευτέρα πρωί- η γυναίκα μου. Και επειδή βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα, πήγα.
  Πατήρ και υιός –φίλοι γιατροί και οι δύο-καλώστονε. Ξάπλωσε.
  Η γνωστή διαδικασία. Γδύσου. Βγάλε το σακάκι, το πουκάμισο, τη φανέλα
  -Να βγάλω και το παντελόνι!
 «Όχι βρε. Την πλάτη θα σου ακροαστώ». Από εκεί και πέρα Στηθοσκόπιο ,ανάσαινε , βήξε…ωραία ,,ωραία , γύρνα  και μπροστά, ανάσαινε…πολύ ωραία ( Όταν οι γιατροί λένε ωραία εννιά φορές στις δέκα  ο άρρωστος κάτι έχει .Διότι όπως μου είχε εξηγήσει κάποτε  ένας γιατρός το ωραία δε σημαίνει  ότι είσαι καλά, αλλά ότι δεν είσαι και επομένως έχουμε πελάτη).
  - Για στάσου γιατρέ-όλο ωραία και ωραία. Είμαι άρρωστος ή όχι:
 -Θα σου γράψω ένα χάπι, να παίρνεις  ένα κάθε μεσημέρι, είπε και έγραψε ένα azithromysinkliostriaznikogrionhsmosynimmhgtarysin ή κάπως έτσι, λίγο πιο κοντό νομίζω, πάντως τελείωνε σε vokate!
 - Και θα γίνω καλά;
 -Γυρίσανε και με κοιτάξανε και οι δύο με απορία. Μα για να γίνεις καλά  ήρθες εδώ;
  -Αλλά γιατί;
  -Στο γιατρό αγαπητέ μου δεν πάνε για να γίνουν καλά  αλλά για να …φύγουν! όσο γίνεται  πιο γρήγορα και πιο ανώδυνα.
  Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν τη φράση, άρπαξα τη συνταγή και κατρακύλησα τα σκαλοπάτια τέσσερα –τέσσερα, ενώ πίσω μου πατήρ και υιός είχαν σκάσει στα γέλια.
  Ήδη από προχτές είμαι στο κρεβάτι ενώ έξω από την πόρτα  φρουρούν τέσσερα πιτσιρίκια μη τυχόν και βγω από το δωμάτιο και κάθε τόσο με κοροϊδεύουν
  -Παππού; Γκούχου γκούχου
 - Αψού!!!

                          Σταυρος Ιντζεγιαννης


ΓΝΩΜΗ 20/1/14



                               ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ   
 ΔΙΑΦΘΟΡΑ

     Ω τριακόσιοι σηκωθείτε και ξαναέλθετε σε μας τα παιδιά σας θελ` ειδείτε πως ρεζίλεψαν εσάς
-----------
     Η σύλληψη της ημέρας ,η κατάχρηση του εβδομάδας , η απάτη του μήνα , η διαφθορά του χρόνου, οι μίζες του αιώνα.
    Κάθε ημέρα και ένας καινούργιος οδηγείται  σε προανάκριση (κρατάει και χαρτοφύλακα στα  χέρια να μη φαίνονται τάχα οι χειροπέδες και χάσει την αξιοπρέπεια του !!!)   Μια ατελείωτη αλυσίδα αλληλοσυνδέσεων και λογαριασμών οφ σορ όπου ο ένας έτρωγε, ο άλλος τσέπωνε, ο τρίτος αποταμίευε και ων ουκ έστιν αριθμός, αρχή και τέλος..
   Χιλιάδες ο ένας, εκατομμύρια ο άλλος Δις ο τρίτος. Η διεθνής των τρωκτικών που τους βγάζαμε το καπέλο. Καλημέρα κύριε Διευθυντά.
 Πως είσθε κύριε Διοικητά ;
   700 Τρις εκατομμύρια υπάρχουν κατατεθειμένα στις Παρθένες νήσους
Τι παρθένες δηλαδή που αυτές αποδεικνύονται… οίκος ανοχής των δισεκατομμυριούχων. Με πρώτους τους Κινέζους, Α ρε Μάο πήγες αγκαλιά με το κόκκινο βιβλίο σου κι εσύ!!!
   Απορεί ο Χρηστάρας :Με πόσα μηδενικά γράφετε το Τρις; Για σκέψου δηλαδή την ειρωνεία του πράγματος. Όσα πιο πολλά μηδενικά έχεις τόσο πιο πλούσιος είσαι. Τόσο πιο «κύριος !» να λες
   Γύρω – γύρω όλοι στη μέση οι εκατομμυριούχοι. Αυτοδημιούργητοι όλοι τους,  μετά την μεταπολίτευση όπου κατάφεραν χάρη στο μυαλό τους –και με την έλλειψη μυαλού των άλλων-να αναρριχηθούν και σήμερα υποκλινόμαστε μπροστά τους. Τα σέβη μου κύριε Υπουργέ.
  Μα πως γίνεται –απορεί ο αφελής της συντροφιάς. Δεν υπήρχε έλεγχος ή ήταν  όλοι στο κόλπο. Καθημερινά και κάποιος άλλου μοστράρεται ως εν δυνάμει απατεώνας.
     Μιλάμε για εκατομμύρια πια και όχι για χιλιάδες την ώρα που εμείς προσπαθούμε να οικονομήσουμε τα λεφτά για το χαράτσι .Μία είκοσι δηλαδή. Μεροδούλι- μεροφάει – κι αυτό αν υπάρχει- απλώνοντας το χέρι. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δως ημίν σήμερον.
  Μα πως τα κάνουν τα λεφτά –αναρωτιέται ο Χρηστάρας .Κότες είναι και γεννάνε. Ο μακαρίτης ο Ωνάσης είχε πει «το βασικό είναι να κάνεις το πρώτο σου εκατομμύριο. Από εκεί και πέρα έρχονται μόνα τους» Δηλαδή για τα καθ ημάς. το δύσκολο είναι να κάνεις την πρώτη σου κομπίνα ή να αρπάξεις την πρώτη σου μίζα. Από εκεί και πέρα συνηθίζεις και  έτσι και άρχισες δε σταματάς. Άσε που δε σ`αφήνουν κιόλας  διότι ο ένας κρατάει τον άλλον.
 - Κερνάς καφέ- ρωτάει,
  Δώσε βάση  δευτερολογεί, Βάζει το χέρι του στην τσέπη ο ένας και τραβάει τα χιλιάρικα όπως ο μάγος τους λαγούς από το καπέλο του .Κάνεις έτσι εσύ και μετράς τα ψιλά σου αν βγαίνουν να πάρεις ένα κρουασάν του εγγονού σου που σου κλαίγεται «παππού τι μου έφερες» ;
  Χρωστάς μισό  χιλιάρικο και σου στέλνει η εφορία ειδοποιητήριο «θα σου κατάσχουμε το σπίτι» Απατεώνας ο άλλος κλέβει μέχρι και της Παναγίας τα μάτια και δεν τον πειράζει κανείς. Γιατί ;
  Διότι σου λέει-εσένα κλέβω; Το κράτος κλέβω, χαράς τα μπρόκολα Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω! Όριστε; Ούτε χαλίκι δεν πέταξαν, όχι κοτρώνα.
  Έρχεται ο άλλος και σου μοστράρει μια βαλίτσα γεμάτη χιλιάρικα. Μια υπογραφή κύριε και όλος αυτός ο θησαυρός γίνεται δικός σου. Πάρε βρε ζώον που χαραμίστηκες  μια ζωή μεροδούλι – μεροφάει. Δε βλέπεις τον  τάδε; Πως νομίζεις ότι κυκλοφορεί με πόρσε; Με τον ιδρώτα του; Από το μισθό του; Λάθος. Τα λεφτά του κράτους τρώει. Το ότι σε τελευταία ανάλυση κλέβει όλους μας, γιατί αυτά που λείπουν τα πληρώνουμε εμείς, είναι μια άλλη ιστορία, ποιος το σκέφτεται έτσι; Πάρε σου λέει  να παντρέψεις την Αννούλα σου , να πάρεις κι ένα μονόπετρο στη γραμματέα σου που σου τρώγεται « Όλο στη γυναίκα σου παίρνεις .Εμένα  που σου κάνω όλα τα… κόλπα τη βγάζεις με παγωτό χωνάκι»
 Εκεί είναι που σε τουμπάρει κι έτσι κι αρχίσεις δε σταματάς. Δε σ` αφήνουν να σταματήσεις διότι βρίσκεσαι στη φάκα και το κλειδί το κρατούν οι ίδιοι που σε βάζουν να κλέψεις.   
  Και η φυλακή; Οι χειροπέδες ;Το ρεζιλίκι;
  Σώπα βρε. Τα λεφτά είναι σφουγγάρι τα σβήνουν όλα, Οι περισσότεροι έξω είναι και κυκλοφορούν κύριοι και όταν γίνουν εκλογές θα σου  ξαναζητήσουν την ψήφο σου. Ψηφίστε μας λαέ να… φάμε και τα υπόλοιπα  Αμφιβάλλετε;
 
                         Σταύρος Ιντζεγιαννης

Γνωμη 13/1/14



                                                     Εν κατακλειδι

      Ο ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΣ

      Κατηφής και βαρύθυμος μπαίνει στον καφενέ ο Μηνάς.
Παραγγέλει καφέ «βαρύ και όχι» με παξιμάδι διπλό, καθόσον παίδες -λέει- χάνουμε τα αγνά ημών ήθη και έθιμα με τα οποία έζησαν και μεγαλούργησαν οι πατέρες μας. Διότι τι ωφελήσει  άνθρωπον εάν τον κόσμον όλον κερδίσει τις δε συνήθειές του απαρνηθεί.
     Απορεί η παρέα του πρωινού καφέ. Που το πας;
     Δώστε βάση  συνεχίζει :Είχαμε Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά –Θεοφάνεια, ανταλλάσαμε  επισκέψεις. Χρόνια πολλά- Ευχαριστώ παρομοίως, σε κερνάγανε δίπλες– μελομακάρονα και ποιος λίγο, ποιος πολύ –έστω και με το πιάτο της Αρχιεπισκοπής που λέει ο λόγος-  ζούσαμε τέλος πάντων ένα  δωδεκαήμερο σε συνθήκες  ψεύτικου ευδαιμονισμού. Ακόμη  και με τις περικοπές, ακόμη και με τις απολύσεις  που δε λένε να σταματήσουν καμιά φορά, να μετρηθούμε πόσοι τέλος πάντων δουλεύουμε και πόσοι απλώνουμε το χέρι «βοηθήστε μας έτσι να  συγχωρεθούν τα πεθαμένα σας» Άλλωστε  έτσι κι αλλιώς  μετά την  μεταπολίτευση ζούμε πάνω σε μια φούσκα. Κι όχι μόνο η Ελλάδα αλλά όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση ,άσχετα αν εμείς πληρώνουμε τη νύφη!
     Η κρίση- κρίση η ανεργία – ανεργία αλλά χαροκόπος, ο Έλληνας, γλεντζές πετάει τη σκούφια  για ώπα , ώπα. Δως του την ευκαιρία και θα χτυπήσει παλαμάκια-Φέρε μια βόλτα τσίφτισσα τσιγγάνα  τουρκογύφτισσα-ας πάει και το παλιάμπελο
   Και ξαφνικά, λέει ο Μηνάς, όλο αυτό το σκηνικό τούμπαρε καθώς έληξε ο χρυσούς  αιώνας των τραπεζικών δανείων και απάνω που λέγαμε όπου να`ναι θα αρχίσουν οι πίτες να συνεχιστεί το …  «Ελληνικό όνειρο!» της χαμοζωής μας, μας ήρθανε τα πάνω-κάτω που λένε.
  Δεν πήρα ούτε μια πρόσκληση για πίτα- διευκρινίζει μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το φαντάζεστε; Εδώ είναι που φάνηκε η κρίση!!!
    Πέρυσι τέτοια εποχή δεν προλάβαινες να πηγαίνεις από Συμβούλιο σε συμβούλιο και οργανισμό ή διεύθυνση. Δημόσιο, Ιδιώτες και Αυτοδιοίκηση (Αυτή κι αν ήτανε!) έστρωναν τραπεζαρίες ολόκληρες με αφορμή την κοπή της πίτας. Οι ιδιώτες  παπά, το Δημόσιο  Αρχιμανδρίτη ή τον Δεσπότη. Λες και πληρώνανε απ` την τσέπη τους.;
   Ωραία εποχή. Βροχή οι προσκλήσεις η μία μετά την άλλη :
 « Καλείσθε όπως προσέλθετε εις τον εορτασμόν  του ενιαυτού της χρηστότητος  του Κυρίου όπου θα κοπεί η πίτα του συλλόγου των συνταξιούχων της πέμπτης εφεδρείας και θα μιλήσει ο πρόεδρος επικαίρως, μετά γυναικών και συζύγων την Κυριακή κ.τ.λ
   -Γιατί γυναικών και συζύγων; Δεν είναι το ίδιο πράγμα;
   -Όχι βέβαια. Μετά συζύγων είναι να πας  με το… στεφανάκι σου .Ενώ γυναικών μπορείς να πάρεις όποια γυναίκα θέλεις «Από εδώ  η …ξαδέρφη μου»
   .Μαζευότανε  κόσμος. Λαός και κολωνάκι. Οι κυρίες με το έξωμό τους - τίγκα το αλυσιδικό , να βλέπει η άλλη και να σκάει από τη ζήλεια της.
( λες και ξεχωρίζεται το γνήσιο από το ψεύτικο;) Οι κύριοι με το γαμπριάτικο έτοιμο να ανοίξει στον καβάλο και να και ο πρόεδρος με τον καθιερωμένο δεκάρικο .
    Θα είμαι σύντομος-έλεγε- και μίλαγε  κατά κανόνα τρία τέταρτα. Σκέψου δηλαδή και να μην ήταν σύντομος.
 Καμάρωνε η κυρία, πρώτο τραπέζι πίστα : Είναι ο δικός μου. .Παιδιά χειροκροτείστε τον παππού !
   Σύλλογοι- αντισύλλογοι- υποσύλλογοι, θεωρούσαν  χρέος τους αυτή την εποχή να κόψουν την πίτα τους, προσφορά κατά κανόνα κάποιου μέλους του συλλόγου που με αυτή την ευκαιρία διαφημιζότανε κιόλας.
   Ευλόγησον Κύριε τον πλακούντα της δόξης του ενιαυτού σου - ο παπάς  έκοβε το πρώτο κομμάτι και μετά  άρχιζαν να τρίβουν την πίτα όλοι τους να βρουν το φλουρί.
 Έριχνε η… πιτσιρίκα την ατάκα της: Σας έπεσε κύριε Αγαμέμνων ;
-Μπα που να φας τη γλώσσα σου κορίτσι μου.
 -Για το φλουρί λέω
- Α!!!
    Έπαιρνε το πρώτο κομμάτι του Χριστού- ο παπάς  καθόσον ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.
   Δηλαδή ρωτάει γελώντας ο Χρηστάρας αν έπεφτε το φλουρί στου Χριστού, θα το έστελνε στον ουρανό ;
   Φυσικά αν παρίστατο επίσημος κανονίζανε να  πέσει σ` αυτόν τιμής ένεκεν : Γούρι , γούρι. Δε θυμάστε που στη δικτατορία όλο του Παπαδόπουλου και του Πατακού έπεφτε το φλουρί.
    Όπως και να το κάνουμε, συνεχίζει ο Μηνάς, ήτανε μια καλή ευκαιρία να πάμε κάπου τη γυναίκα μας που όλο παραπονείται : Μηνά δε με πας πουθενά να διασκεδάσουμε. Δεν εννοεί  να καταλάβει ότι η κρίση δεν έκοψε μόνο τους μισθούς αλλά  εξαφάνισε και τους …πλακούντες!!!!
   
                     Στ.Ιντζεγιάννης










Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

εκκλησιλογος



                                              ΚΑΘ ΟΔΟΝ
       Ο ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΣ

   Σάλος από τη διακωμώδηση της Αγίας Κοινωνίας από τον  Βουλευτή Διαμαντόπουλο  του Σύριζα, στο καρναβάλι της Κομοτινής όπου ντυμένος ως παπα-σούρας, κοινωνούσε δήθεν τον κόσμο.
 
   Κάποιοι  μη έχοντας άλλον τρόπον να κάνουν γνωστό το όνομά τους και να δηλώσουν την παρουσία τους στα πολιτικά ή κοινωνικά  δρώμενα του ταλαίπωρου αυτού τόπου ζήλωσαν – φευ- τη δόξα (!!!) του Ηρόστρατου 
   Είναι γνωστό ότι ο Ηρόστρατος , μη έχοντας άλλον τρόπο να μείνει  το όνομά του στην ιστορία, πυρπόλησε,το 356 π.Χ., το περίφημο Αρτεμίσιο, δηλαδή τον Ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος. Οι Εφέσιοι τον συνέλλαβαν, τον θανάτωσαν και απαγόρευσαν τη μνεία του, η οποία όμως διατηρήθηκε, στηλιτεύοντας για πάντα την ανόσια πράξη του. Έκτοτε έμεινε να χαρακτηρίζει τον άνθρωπο, που προσπαθεί να δηλώσει την παρουσία του στην ιστορία ή την κοινωνική ή πολιτική ζωή του τόπου μέσα από την άρνηση ή τη γελοιότητα όπως ο κ. βουλευτής !
   Βέβαια η ορθοδοξία  και γενικότερα  ο Χριστιανισμός δεν κινδυνεύει  από κάποιους γελωτοποιούς με τα καραγκιοζλίκια τους. Ούτε είναι δυνατόν να βρεθούν άνθρωποι που θα γελάσουν ή θα τον μιμηθούν. Το αν θα ξαναψηφίσουν έναν τέτοιο εκπρόσωπό τους, είναι άλλο θέμα.   
  Είναι όμως  θέμα  ήθους και πολιτισμικής-ακόμη και πολιτικής- αγωγής αλλά  και κοινωνικής ευαισθησίας για τον όποιο  χριστιανό. Αν βρίζανε τη μητέρα ή τη γυναίκα αυτού του κυρίου, θα το δεχόταν ή θα έλεγε είναι …χιούμορ! Πόσο μάλλον πού για όλους του πιστούς  η θρησκεία -η όποια θρησκεία- είναι μέρος της προσωπικότητας και της  ζωής του και για μας τους χριστιανούς η Αγία Κοινωνία αποτελεί την πεμπτουσία της Θείας Ευχαριστίας.
    24 ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Σαλμάν  Ρουσντί έγραψε τους «σατανικούς στίχους» οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι προσβάλλουν τον Μωαμεθανισμό και ακόμη κρύβεται  μη τον βρουν και τον σκοτώσουν οι ομόθρησκοί του ( που στο κάτω- κάτω ένα μυθιστόρημα είναι και όχι τόσο σπουδαίο κατά την κριτική)
   Κάποιοι εν ονόματι μιας δήθεν προοδευτικότητας και μιας αμφιλεγόμενης ελευθερίας του λόγου νομίζουν ότι μπορούν να βρίζουν ελεύθερα, τα ιερά και όσια, που μπορεί οι ίδιοι να μη τα πιστεύουν, αλλά  αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητας των άλλων ! 
  Βεβαία, ΙΣΩΣ ΣΩΣΤΑ, η επίσημη ιεραρχία δε θέλησε να δώσει συνέχεια, υποβαθμίζοντας το θέμα ως ανάξιο απαντήσεως.. Είναι άλλωστε γνωστό ότι οι λόγοι και οι πράξεις των ανθρώπων έχουν την βαρύτητα και την αξία  του ανθρώπου που τις λέει ή τις κάνει. Θυμίζει τον αείμνηστο Γεώργιο Παπανδρέου. Την ώρα που αγόρευε στη βουλή, κάποιος βουλευτής, από τα έδρανα της αντιπολίτευσης, προσπάθησε να τον ειρωνευτεί  Ο Γ. Παπανδρέου διέκοψε την αγόρευσή του και ρώτησε: Ποιός το είπε  αυτό;
-Εγώ, απάντησε ο υβριστής
Και ο Παπανδρέου : Α, εσείς; Εννοώντας προφανώς ότι δε μετράει και είναι ανάξιος  απαντήσεως!!!
   Ωστόσο το θέμα είναι γενικότερο και δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση. Καθημερινά  αντιμετωπίζουμε τη χυδαία συμπεριφορά  κάποιων οι οποίοι  νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι να χυδαιολογούν, να βρίζουν, να διαπληκτίζονται στη διαπασών , να οργίζονται στεντόρεια να προσπαθούν να επιβάλλουν την άποψή τους αδιαφορώντας ποιος είναι δίπλα τους ή ποιος τους ακούει ή σε ποιόν χώρο βρίσκονται και ίσως προσβάλλεται η  αξιοπρέπειά του, η ανθρωπιά του . Πόσες φορές δεν έχουμε γίνει μάρτυρες στο καφενείο, στο λεωφορείο, στο δρόμο, σε μια συντροφιά όπου κάποιος συμπεριφέρεται ανοίκεια και προσβλητικά Ακόμη χειρότερο στην εκκλησία (μπήκε η άλλη μιλώντας στο κινητό της και με το άλλο χέρι ταυτόχρονα  έκανε το σταυρό της και ασπάστηκε τα εικονίσματα)  Διαμαρτυρηθήκαμε; Τον επαναφέραμε στην τάξη ; Οχτώ φορές στις δέκα όχι! Συνταξιδεύαμε με  εκδρομικό γκρουπ. Κάποια κυρία θεώρησε διασκεδαστικό να πει ανέκδοτα. Και είπε ανέκδοτα που θα κοκκίνιζαν και οι πέτρες με την δικαιολογία ότι «όλοι εδώ παντρεμένοι είμαστε».
  Ευτυχώς κάποια στιγμή που το παράκανε ο οδηγός έβαλε μουσική στη διαπασών και σταμάτησε.
  Έχουμε γίνει η κοινωνία της ανοχής. Πάσχουμε από κακοήθη ωχαδελφισμό. Πόσες φορές δεν το λέμε: Εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα :Έλα όμως που το φίδι όταν  δαγκώνει, το δηλητήριο του δεν κάνει εξαίρεση σε φίλους ή εχθρούς. Έχει μια παροιμία ο σοφός  λαός  μας. Λέει όποιος πετάει πέτρες στον ουρανό γυρίζουν και τον χτυπάνε
             Σταυρος ιντζεγιαννης

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

γνωμη 6/1/13 Εν κατακλειδι ΟΛΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΔΥΣΚΟΛΑ Δε μας έφταναν της μοίρας μας τα τρία κακά –Ευρώ-Στουρνάρας- Δανειστές –μας πρόκυψε τέταρτη και φαρμακερή. Αιθαλομίχλη. Μην ανάβεται τζάκια. Κίνδυνος –καρκίνος. Θα πεθάνουμε από το κρύο διαμαρτύρονται, κυρίως στη βόρειο Ελλάδα, όπου ο « Βοριάς που τ`αρνάκια παγώνει» δεν αστειεύεται, με το θερμόμετρο να βρίσκεται μονίμως κάτω από το μηδέν και το χιόνι συγκάτοικο όλο το χειμώνα. Ε, και; Αν είναι να πεθάνει κανείς για την Ελλάδα, θεία η δάφνη, μια φορά κανείς πεθαίνει Το τζάκι που κάποτε ζέσταινε τα παραμύθια της γιαγιάς- κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, μια φορά κι έναν καιρό -περνώντας από τον ρομαντισμό των ερωτευμένων –κοντά στο τζάκι αγκαλιά στη πολυθρόνα-κατέληξε η καρκινογόνα απειλή της αιθαλομίχλης. κάτι που μέχρι σήμερα κανείς μας δεν είχε σκεφτεί. Αποδιωγμένο μέσον, χαρακτηριστικό της φτωχολογιάς και της ζωής του χωριού, πριν παρατήσουμε τα χωράφια μας και το παραγώνι (με τη χύτρα μόνιμη στην πυροστιά για το κουρκούτι ή τον τραχανά) άρχισε να μπαίνει στα σαλόνια των πλουσίων όχι σαν μέσον θέρμανσης αλλά σαν διακοσμητικό στοιχείο της ευμάρειας. Η ανία του πλούτου το θεώρησε θετικό στοιχείο του «ευ ζειν» και γέμισε τα διαμερίσματα με ψεύτικα ηλεκτρικά τζάκια. Το «έχουμε και τζάκι» κατάντησε όπως το έχουμε και πίνακες και χαλιά !!! Πατροπαράδοτο μέσο αντιμετώπισης του χειμώνα στις μονοκατοικίες μας ,τότε που ζούσαμε την απλή ζωή του τζακιού, κυρίως στα χωριά μας ή της ξυλόσομπας ή το πιο φτωχικό μαγκάλι με τα κάρβουνα-φτάσαμε στα διαμερίσματα που υποτίθεται ότι είχαν λύσει το πρόβλημα της θέρμανσης με τα καλοριφέρ. Το τζάκι, αν αφαιρέσεις την αισθητική της φλόγας που γεμίζει ρομαντικές σκιές το χώρο και αναδεύει τα όνειρα σμίγοντας την αλήθεια με το ψέμα και τους πρίγκιπες με τους λαθρομετανάστες, δεν ήταν δα και ο ιδανικός τρόπος να ζεσταθείς. «Μπροστά πύρα , πίσω κλαδευτήρα» έλεγε η μάνα. Δεν ήταν ακόμη η ζωή μας στο ρυθμό της πολυκατοικίας με τα διαμερίσματα που είχανε κεντρική θέρμανση ακόμη και στην τουαλέτα! -Πώς να κάνεις ένα μπάνιο μέσα στην κρύο- διαμαρτύρεται η… κοντέσα ντε λα τσίμπιλα -Πως κάνατε παλαιά μαντάμ; - Παλαιά δεν κάναμε μπάνιο, επεμβαίνει στη κουβέντα η… τρίτη ηλικία, που πρόλαβε την υπαίθρια ζωή. Μια φορά το…μήνα και εκείνο με τη μουρμούρα του γεννήτορα. «Μπα, που θα πας και πλένεσαι; Έχεις …αραντεβού;» Τις ιερόδουλες τις λέγανε «παστρικές», γιατί κάνανε μπάνιο καθημερινά κι αυτές όχι που το ήθελαν, αλλά για τον έλεγχο του υγειονομικού!!! Ποιός είχε τάχα σκεφτεί ότι μετά την εποχή των παχιών αγελάδων -των τραπεζικών δανείων και τις πιστωτικής κάρτας –θα επακολουθούσαν οι ισχνές και θα αποζητούσαμε το τζάκι μια και το πετρέλαιο – ο μαύρος χρυσός !-κατάντησε απλησίαστο. Οχτώ στα δέκα σπίτια δεν ανάβουμε καλοριφέρ. Ένας να μη θέλει αρκεί να το στερηθούμε όλοι. « Ο άντρας μου είναι άνεργος» είπε η κυρία του τρίτου. «Και ο γιος μου το ίδιο, έχει τέσσερις μήνες να πληρωθεί» συμπλήρωσε η άλλη του ισογείου. Τι μπορείς να πεις; - Εμείς δεν έχουμε πρόβλημα. Πέφτουμε από νωρίς στο κρεβάτι-είπε το φοιτητριάκη κι έκλεισε μάτι στον μαντράχαλο που τη συνόδευε. - Ακούς Ιάκωβε, σκούντησε η κυρία Ευτέρπη τον άντρα της. Πέφτουν από νωρίς στο κρεβάτι. Πίσω μου σ` έχω σατανά, μουρμούρισε ο δόλιος, Ύστερα από 40 χρόνια γάμου με ποια να πέσω στο κρεβάτι, με την…αδερφή μου; Έλειψις χρημάτων στάσης εμπορίου συνόψισε ο διαχειριστής και η συνέλευση διαλύθηκε άδοξα: Δεν ανάβουμε καλοριφέρ ! Ευτυχώς στην Πάτρα δεν έχουμε αιθαλομίχλη, καθώς ο πατραϊκός φροντίζει με το βοριά, να καθαρίζει την ατμόσφαιρα και όσοι διαθέτουν τζάκι το χαίρονται. Οι υπόλοιποι θα πληρώσουμε τα…κερατιάτικα στη ΔΕΗ με τα αλογόνα και τους θερμοπομπούς και τα ηλεκτρικά σώματα. Βλέπετε με το τζάκι αιθαλομίχλη- καρκίνος. Χωρίς το τζάκι ηλεκτρισμός –οικονομικό ξετίναγμα. Το πρόβλημα μετατοπίζεται από το πώς θέλετε να ζήσετε, στο πως θέλετε να πεθάνετε. Ιδού το δίλημμα. Είχε δίκιο η γιαγιά : Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη!!! Σταύρος Ιντζεγιαννης


                                       Εν κατακλειδι 
     ΟΛΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΔΥΣΚΟΛΑ

   Δε μας έφταναν της μοίρας μας τα τρία κακά –Ευρώ-Στουρνάρας- Δανειστές –μας πρόκυψε τέταρτη και φαρμακερή. Αιθαλομίχλη.
Μην ανάβεται τζάκια. Κίνδυνος –καρκίνος.
  Θα πεθάνουμε από το κρύο διαμαρτύρονται, κυρίως στη βόρειο Ελλάδα, όπου  ο « Βοριάς που τ`αρνάκια παγώνει» δεν αστειεύεται, με το θερμόμετρο να βρίσκεται μονίμως κάτω από το μηδέν και το χιόνι  συγκάτοικο όλο το χειμώνα.
  Ε, και; Αν είναι να πεθάνει κανείς για την Ελλάδα, θεία η δάφνη, μια φορά κανείς πεθαίνει
   Το τζάκι που κάποτε ζέσταινε τα παραμύθια της γιαγιάς- κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, μια φορά κι έναν καιρό -περνώντας από τον ρομαντισμό των ερωτευμένων –κοντά στο τζάκι αγκαλιά στη πολυθρόνα-κατέληξε η καρκινογόνα απειλή της αιθαλομίχλης. κάτι που μέχρι σήμερα κανείς μας δεν είχε σκεφτεί.
   Αποδιωγμένο μέσον, χαρακτηριστικό  της φτωχολογιάς και της ζωής του  χωριού, πριν παρατήσουμε τα χωράφια μας  και το παραγώνι (με τη χύτρα μόνιμη στην πυροστιά για το κουρκούτι ή τον τραχανά) άρχισε να μπαίνει στα σαλόνια των πλουσίων  όχι σαν μέσον θέρμανσης αλλά σαν διακοσμητικό  στοιχείο της ευμάρειας. Η ανία του πλούτου το θεώρησε θετικό στοιχείο του «ευ ζειν» και γέμισε τα διαμερίσματα με ψεύτικα ηλεκτρικά τζάκια. Το «έχουμε και τζάκι» κατάντησε όπως το έχουμε και πίνακες και χαλιά !!!
   Πατροπαράδοτο μέσο  αντιμετώπισης του χειμώνα στις μονοκατοικίες μας ,τότε που ζούσαμε την απλή ζωή του τζακιού, κυρίως στα χωριά μας ή της ξυλόσομπας ή το πιο φτωχικό μαγκάλι με τα κάρβουνα-φτάσαμε στα  διαμερίσματα που υποτίθεται ότι είχαν λύσει το πρόβλημα της θέρμανσης με τα καλοριφέρ. Το τζάκι, αν αφαιρέσεις την αισθητική της φλόγας που γεμίζει ρομαντικές σκιές  το χώρο και αναδεύει τα όνειρα σμίγοντας την αλήθεια με το ψέμα και τους πρίγκιπες με τους λαθρομετανάστες, δεν ήταν δα και ο ιδανικός  τρόπος να ζεσταθείς.  
  «Μπροστά πύρα , πίσω κλαδευτήρα» έλεγε η μάνα. Δεν ήταν ακόμη η ζωή μας στο ρυθμό της πολυκατοικίας με τα διαμερίσματα που είχανε κεντρική θέρμανση ακόμη και στην τουαλέτα!
  -Πώς να κάνεις ένα μπάνιο μέσα στην κρύο- διαμαρτύρεται η… κοντέσα ντε λα τσίμπιλα
  -Πως κάνατε παλαιά μαντάμ;
 - Παλαιά  δεν κάναμε μπάνιο, επεμβαίνει στη κουβέντα η… τρίτη ηλικία, που πρόλαβε την υπαίθρια ζωή. Μια φορά το…μήνα  και εκείνο με τη μουρμούρα του γεννήτορα. «Μπα, που θα πας και πλένεσαι; Έχεις …αραντεβού;»
  Τις ιερόδουλες τις λέγανε «παστρικές», γιατί κάνανε μπάνιο καθημερινά κι αυτές όχι που το ήθελαν, αλλά για τον έλεγχο του υγειονομικού!!! 
   Ποιός είχε τάχα σκεφτεί ότι μετά την  εποχή των παχιών αγελάδων  -των τραπεζικών δανείων και τις πιστωτικής κάρτας –θα επακολουθούσαν οι ισχνές και θα  αποζητούσαμε το τζάκι μια και το πετρέλαιο – ο μαύρος  χρυσός !-κατάντησε απλησίαστο. Οχτώ στα δέκα σπίτια δεν ανάβουμε καλοριφέρ. Ένας να μη θέλει αρκεί να το στερηθούμε όλοι.
  « Ο άντρας μου είναι άνεργος» είπε η κυρία του τρίτου. «Και ο γιος μου το ίδιο, έχει τέσσερις μήνες να πληρωθεί» συμπλήρωσε η άλλη του ισογείου. Τι μπορείς να πεις;
-   Εμείς δεν έχουμε πρόβλημα. Πέφτουμε από νωρίς στο κρεβάτι-είπε το φοιτητριάκη κι έκλεισε μάτι στον μαντράχαλο που τη συνόδευε.
 - Ακούς  Ιάκωβε, σκούντησε η κυρία Ευτέρπη τον άντρα της. Πέφτουν από νωρίς στο κρεβάτι.
 Πίσω μου σ` έχω σατανά, μουρμούρισε ο δόλιος, Ύστερα από 40 χρόνια γάμου με ποια να πέσω στο κρεβάτι, με την…αδερφή μου;
  Έλειψις χρημάτων στάσης εμπορίου συνόψισε ο διαχειριστής και η συνέλευση διαλύθηκε άδοξα: Δεν ανάβουμε καλοριφέρ !    
   Ευτυχώς στην Πάτρα δεν έχουμε  αιθαλομίχλη, καθώς ο πατραϊκός  φροντίζει με το βοριά, να καθαρίζει την ατμόσφαιρα και όσοι διαθέτουν τζάκι το χαίρονται. Οι υπόλοιποι θα πληρώσουμε τα…κερατιάτικα στη ΔΕΗ με τα αλογόνα και τους θερμοπομπούς και τα ηλεκτρικά σώματα.
  Βλέπετε με το τζάκι αιθαλομίχλη- καρκίνος. Χωρίς το τζάκι ηλεκτρισμός –οικονομικό ξετίναγμα. Το πρόβλημα μετατοπίζεται από το πώς θέλετε να ζήσετε, στο πως θέλετε να πεθάνετε. Ιδού το δίλημμα. Είχε δίκιο η γιαγιά : Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη!!!

                    Σταύρος Ιντζεγιαννης

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟς 4/1/14 Καθ οδον ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος. Με ευχές αρχίζουμε. Υγεία, ειρήνη. Φώτιση σ` αυτούς που κυβερνάνε .Δουλειά στους άνεργους. Ψωμί για όλους και πάνω απ` όλα αγάπη. Αγάπη φίλοι μου να το μυστικό της ζωής, Τι θέλεις να ευχηθείς –ρώτησε μία δημοσιογράφος έναν πιτσιρίκο στην πλατεία Γεωργίου :Του χρόνου να μην υπάρχει άνθρωπος χωρίς σπίτι να μείνει ή χωρίς ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι του –απάντησε ο μπόμπιρας.. Μπράβο αγόρι μου , είναι η καλύτερη ευχή που άκουσα φέτος. Χρόνια –πολλά –Να τα πούμε ; Δυο πιτσιρικάδες είναι. Θα`νε δε θα`νε πέντε χρονώ. Γειτονόπουλα φαντάζομαι :Να τα πούμε; Πέστε τα λέω. Κοιτάζει ο ένας τον άλλον. Έχουν ξεχάσει τα λόγια και …το βάζουν στα πόδια. Μόλις που προλαβαίνω και τα φέρνω πίσω και κάνω εγώ την αρχή: Κι αρχή του Γεναρίου του Μεγάλου Βασιλείου . Όμως αχ. Αχ τι μου θύμησες αγόρι μου. Πόσο πίσω με γυρίζεις Πόσο πίσω! Πρώτη Δημοτικού θα πρέπει να είμαστε. Είχαμε βγει να πούμε τα κάλαντα στη γειτονιά; Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται.. Απέναντι από το σπίτι μας ήτανε του σπίτι του εισαγγελέα του κ Βλάχου. Θαυμάσιος άνθρωπος αγαπητός σε όλους αλλά κομμάτι … βλοσυρός. Ενώ ήτανε τόσο καλός ,έδειχνε άγριος, απλησίαστος, όσο η κυρία Βασιλικούλα η γυναίκα του ήταν ο άγγελος της γειτονιάς. Γελαστή, ανοιχτόκαρδη και με τη καλή κουβέντα για όλους. Κοσμαγάπητη. -Να τα πούμε; Μας άνοιξε ο ίδιος και μόλις τον είδαμε το βάλαμε στα πόδια. Τον είχαμε πάρει από φόβο. Κι έτσι άδοξα ξεκίνησαν τα πρώτα κάλαντα. Δυο χρόνια μετά στην τετάρτη πια δημοτικού πήγαμε όλοι η μαρίδα, να πούμε τα κάλαντα στη δασκάλα μας τη Ναταλία. Ο Πίπης, ο Πάνος ,ο Γιώργος, ο Έφη, η Νανά κι ο Λάκης ο γιος δασκάλας μας Χρυσή καρδιά αυτή- μας περίμενε κιόλας- μας πέρασε στο σαλόνι είπαμε τα κάλαντα και μετά μας ρώτησε πονηρά. Τι θέλετε, να σας κεράσω από έναν κουραμπιέ ή να σας βάλω από ένα βαθμό να προβιβαστείτε γιατί τέτοια τούβλα που είστε όλοι σας, σας βλέπω στην ίδια τάξη και του χρόνου. Έσκυψαν όλοι τα κεφάλια και από ντροπή είπαν τον βαθμό -Εσύ Σταυρούλη-ρώτησε που την κοίταζα αμίλητος. -Τον…κουραμπιέ-είπα ! Γέλασε. Πως κι έτσι; Δεν έφτιασε η μάνα σου κουραμπιέδες φέτος; -Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά :Όχι ! Φυσικά φάγαμε όλοι κουραμπιέ και μελομακάρονα κι ότι άλλο μας φίλεψε Την άλλη μέρα όμως περνώντας από το σπίτι μας το πρωί η δασκάλα, μπήκε να καλημερίσει και ρώτησε τη μάνα μου: Ευγενία πως και δεν έφτιαξες κουραμπιέδες φέτος ; Απόρησε η μάνα μου :Ποιος το είπε πως δεν έφτιαξα. Κάτσε να σε κεράσω. Έβαλε τα γέλια η Ναταλία. Το και το ο γιος σου! Με έκανες ρεζίλη βρε, μου έβαλε τις φωνές μετά η συγχωρεμένη, Γιατί είπες ψέματα. Καλά έκανε, Δεν έχουμε ανάγκη από βαθμούς, επενέβη ο πατέρας μου, που πάντα με υποστήριζε και μου `κλεισε μάτι, γιατί είχαμε κάνει κόμμα, εγώ με τον πατέρα-οι άντρες!-και η αδερφή μου με τη μάνα μας –οι γυναίκες !- Χτες καθώς τα παιδιά χτύπησαν να πούνε τα κάλαντα και τα κεράσαμε κουραμπιέδες γύρισα πίσω. Ο Λάκης, ο Πάνος, ο Γιώργος, η Νανά, δε ζει κανείς τους πια. Στη γειτονιά των Αγγέλων από χρόνια θα λένε εκεί τα κάλαντα Θεέ μου πως έφυγαν έτσι κι αποξεχάστηκα εδώ κάτω, ο μόνος από την παρέα, Πώς να πω τα κάλαντα και πώς να τραγουδήσω αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά χωρίς τον Λάκη, τον Πάνο, τη Νανά τον Πίπη. Σίγουρα θα μου βάλουν τις φωνές όταν πάω εκεί στον κόσμο των αξημέρωτων ονείρων: Πάλι άργησες θα μου πουν. Θα`ρθείς καμιά φορά να πούμε τα κάλαντα ή όχι; Τι έκανες εκεί κάτω στη γη -Έτρωγα κουραμπιέδες –θα πω! Χρόνια καλά –πολλά κι ευλογημένα, φίλοι αναγνώστες μου Σταύρος Ιντζεγιαννης





                                                  Καθ οδον
      ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

     Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά 
κι αρχή καλός μας χρόνος. Με ευχές αρχίζουμε. Υγεία, ειρήνη. Φώτιση σ` αυτούς που κυβερνάνε .Δουλειά στους άνεργους. Ψωμί για  όλους και πάνω απ` όλα  αγάπη. Αγάπη φίλοι μου να το μυστικό της ζωής,
    Τι θέλεις να ευχηθείς –ρώτησε μία δημοσιογράφος έναν πιτσιρίκο στην πλατεία Γεωργίου :Του χρόνου να μην υπάρχει άνθρωπος  χωρίς σπίτι να μείνει ή χωρίς ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι του –απάντησε ο μπόμπιρας.. Μπράβο αγόρι μου , είναι η καλύτερη ευχή που άκουσα φέτος.
    Χρόνια –πολλά –Να τα πούμε ;
Δυο πιτσιρικάδες είναι. Θα`νε δε θα`νε πέντε χρονώ. Γειτονόπουλα φαντάζομαι :Να τα πούμε;
   Πέστε τα λέω. Κοιτάζει ο ένας τον άλλον. Έχουν ξεχάσει τα λόγια και …το βάζουν στα πόδια. Μόλις που προλαβαίνω και τα φέρνω πίσω και  κάνω εγώ την αρχή: Κι αρχή του Γεναρίου του Μεγάλου Βασιλείου .
   Όμως αχ. Αχ τι μου θύμησες αγόρι μου. Πόσο πίσω με γυρίζεις Πόσο πίσω!
  Πρώτη Δημοτικού θα πρέπει να είμαστε. Είχαμε βγει να πούμε τα κάλαντα στη γειτονιά; Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται..
   Απέναντι από το σπίτι μας ήτανε του σπίτι του εισαγγελέα του κ Βλάχου. Θαυμάσιος άνθρωπος  αγαπητός σε όλους αλλά κομμάτι … βλοσυρός. Ενώ ήτανε τόσο καλός ,έδειχνε άγριος, απλησίαστος, όσο η κυρία Βασιλικούλα η γυναίκα του ήταν ο άγγελος της γειτονιάς. Γελαστή, ανοιχτόκαρδη και με τη καλή κουβέντα για όλους. Κοσμαγάπητη.
  -Να τα πούμε;
  Μας άνοιξε ο ίδιος και μόλις τον είδαμε το βάλαμε στα πόδια. Τον είχαμε πάρει από φόβο. Κι έτσι άδοξα ξεκίνησαν τα πρώτα κάλαντα.
  Δυο χρόνια μετά  στην τετάρτη πια δημοτικού πήγαμε όλοι η μαρίδα, να πούμε τα κάλαντα στη δασκάλα μας τη Ναταλία. Ο Πίπης, ο Πάνος ,ο Γιώργος, ο Έφη, η Νανά κι ο Λάκης ο γιος δασκάλας μας Χρυσή καρδιά αυτή- μας περίμενε κιόλας- μας πέρασε στο σαλόνι είπαμε τα κάλαντα και μετά μας ρώτησε πονηρά.
  Τι θέλετε, να σας κεράσω από έναν κουραμπιέ ή να σας βάλω από ένα βαθμό να προβιβαστείτε γιατί τέτοια τούβλα που είστε όλοι σας, σας  βλέπω στην ίδια τάξη και του χρόνου.
  Έσκυψαν όλοι τα κεφάλια και από ντροπή είπαν τον βαθμό -Εσύ Σταυρούλη-ρώτησε που την κοίταζα αμίλητος.
 -Τον…κουραμπιέ-είπα !
   Γέλασε. Πως κι έτσι; Δεν έφτιασε η μάνα σου κουραμπιέδες φέτος;
 -Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά :Όχι !
   Φυσικά φάγαμε όλοι κουραμπιέ και μελομακάρονα κι ότι άλλο μας φίλεψε Την άλλη μέρα όμως περνώντας από το σπίτι μας το πρωί η δασκάλα, μπήκε να καλημερίσει και ρώτησε τη μάνα μου: Ευγενία πως και δεν έφτιαξες κουραμπιέδες φέτος ;
  Απόρησε η μάνα μου :Ποιος το είπε πως δεν έφτιαξα. Κάτσε να σε κεράσω. Έβαλε τα γέλια η Ναταλία. Το και το ο γιος σου!
  Με έκανες ρεζίλη βρε, μου έβαλε τις φωνές μετά η συγχωρεμένη, Γιατί είπες ψέματα.
   Καλά έκανε, Δεν έχουμε ανάγκη από βαθμούς, επενέβη ο πατέρας μου, που πάντα με υποστήριζε και μου `κλεισε μάτι, γιατί είχαμε κάνει κόμμα, εγώ με τον πατέρα-οι άντρες!-και η αδερφή μου με τη μάνα μας –οι γυναίκες !-
   Χτες καθώς τα παιδιά χτύπησαν να πούνε τα κάλαντα και τα κεράσαμε κουραμπιέδες γύρισα πίσω. Ο Λάκης, ο Πάνος, ο Γιώργος, η Νανά, δε ζει κανείς τους πια. Στη γειτονιά των Αγγέλων από χρόνια  θα λένε εκεί τα κάλαντα
   Θεέ μου πως έφυγαν έτσι κι αποξεχάστηκα εδώ κάτω, ο μόνος από την παρέα, Πώς να πω τα κάλαντα και  πώς να τραγουδήσω αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά  χωρίς τον Λάκη, τον Πάνο, τη Νανά τον Πίπη. Σίγουρα θα μου βάλουν τις φωνές όταν πάω εκεί στον κόσμο των αξημέρωτων ονείρων: Πάλι άργησες θα  μου πουν. Θα`ρθείς καμιά φορά να πούμε τα κάλαντα ή όχι; Τι έκανες εκεί κάτω στη γη
 -Έτρωγα κουραμπιέδες –θα πω!
  Χρόνια καλά –πολλά κι ευλογημένα, φίλοι αναγνώστες μου
                            Σταύρος Ιντζεγιαννης

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

ηπειρωτικοι αντιλαλοι



                         Για τους ηπειρωτικούς αντίλαλους
     ΓΚΟΛ !!!   

    Ετών -ρωτάει.
   Περίεργοι που είναι οι άνθρωποι. Έτοιμος είμαι να βλαστημήσω, αλλά νοιώθω στη μέσα τσέπη του γιλέκου την ταυτότητα να με γαργαλάει: « Πες το λοιπόν. Τι κοντοστέκεσαι και τάχα μου- τάχα μου δεν κατάλαβες καλά και…πως είπατε δεσποινίς δεν σας άκουσα»!
   Όχι τίποτε άλλο, αλλά έχω μπροστά μου ένα θηλυκό του…θηλυκού από εκείνα που αν την έβλεπε ο Σουλεϊμάν ο μεγαλοπρεπής –σιγά τη μεγαλοπρέπεια !-θα έδιωχνε τη Χουρέμ και θα γλιτώναμε κι εμείς από τη γυναίκα μας, που δε μας αφήνει να δούμε μια στάλα Ολυμπιακό-Άντερλεχτ, διότι λέει ο Σουλεϊμαν είναι έτοιμος να… αυτοκτονήσει τον Ιμπραήμ και να χαθεί ο Μπουσταφά!!!
  Λέμε για μανουλομάνουλο ε. από εκείνα που αν ζούσε ο μακαρίτης ο παππούς θα της χάριζε και το τελευταίο κομμάτι πορτοκαλιές – τρία στρεμματάκια όλο κι όλο κατά Κεραμάτες μεριά. Το μόνο που κατόρθωσε να μας μείνει  από τη μανία του να κρεβατώνεται  με τη μια και με την άλλη, ξεπουλώντας –ας πάει και το παλιάμπελο –ότι είχαμε και δεν είχαμε, κατά το ευή-ευάν, τούτη η γη που την πατούμε όλοι μέσα της θα μπούμε, το οποίο και αποτελούσε την κοσμοθεωρία του.
  Ετών ρωτάει ξανά.
 Βρε μανία που την έχει το δημόσιο να σε ρωτάει κάθε τρεις και λίγο ετών; Τι σε νοιάζει κύριε εσένα. Δηλαδή αν ήμουνα κομμάτι μικρότερος –όχι δηλαδή πως δε θα ήθελα αλλά…έτυχε να μεγαλώσω!- θα μου χάριζες το φόρο ή θα μου έβαζες λιγότερο πρόστιμο  λόγω υπερημερίας ;  
   Έχει κάτι μάτια , μα κάτι μάτια με κάτι μακριά τσίνουρα μεταξύ μπλε βαθύ της  Νέας Δημοκρατίας και ανοιχτού πράσινου  του ΠΑΣΟΚ. Να μη ξέρεις που να ναυαγήσεις. Αγκαλιά με τον Σαμαρά ή με τον Βενιζέλο.
 Άσε που έχει και ένα ντεκολτέ -Παναγία μου. Βαθύ του βαθέως χαίρε βάθος  δυσθεώρητον  ανθρωπίνων επιθυμιών !Έτσι καθώς την κοιτάζω απέναντί μου όρθιος εγώ , καθιστή αυτή, νοιώθω όπως ό αυτόχειρας στην άκρη της γέφυρας: Να πέσω ;να μην πέσω;
   Αυτή εκεί, το γουδί το γουδοχέρι. Ετών;
  Έχει κάτι δοντάκια σαν μαργαριτάρια που φαντάζουν ανάμεσα στο κόκκινο των χειλιών της και θυμίζουν τη βασίλισσα Χριστίνα της Σουηδίας  η οποία λένε είχε το πιο άσπρο σώμα που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος και ξάπλωνε ολόγυμνη πάνω στο κατακόκκινο βελούδο του κρεβατιού της και φώναζε τους αυλικούς της να τη θαυμάσουν.
  Με βλέπει που διστάζω-καταλαβαίνει βέβαια σαν γνήσια απόγονος της Εύας ότι τη φλερτάρω– και αλλάζει την ερώτηση: Τέλος πάντων τι ακριβώς ζητάτε στην αίτησή σας ρωτάει και σκάνε δυο λακκάκια -σκέτη πρόκληση- στα ροζέ παλ μαγουλά της . Τι ζητάτε ;
  Τώρα μάλιστα. Εδώ σ`έχω. Να παίξουμε στο γήπεδό μου. Να το ξεφουρνίσω-ρωτάω μέσα μου τον δαίμονα.
-Όρμα –μου φωνάζει.
  Ζητάω το τηλέφωνό σας, για να σας τηλεφωνήσω να φάμε μαζί το βράδι, τετ α τετ, σε ένα  ωραίο απόμερο ρομαντικό εστιατόριο που ξέρω, με κεριά και ωραία μουσική.
 Είναι πανέξυπνη. Μπαίνει με μιας στο… γήπεδο. Παίρνει τη μπάλα και κατεβαίνει ακάθεκτη, Με παίζει μονότερμα. Κάνει ντρίπλα και…
 Μα πόσων ετών είσθε τέλος πάντων-ρωτάει μελιστάλαχτα κι` εκεί είναι που με ξεγελάει το ύφος της και την πατάω ο ηλίθιος.
 - 75 !
 -Και δε ντρέπεστε να θέλετε να φάτε σε ρομαντικό εστιατόριο με την…εγγονή σας. Παππού ε παππού. Ντροπή σας .
  Σουτάρει προ κενής εστίας : Γκολ!!!
                Σταύρος Ιντζεγιαννης