Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΝΩΜΗ 29/9/14



   

                                                   ΕΝ ΚΑΑΤΚΛΕΙΔΙ

     ZE M EN FOUS
     -ΖΕΜΑΝΦΟΥ-

   Χαράς ευαγγέλια έχουμε πιάσει την καλή. Από τους μακροβιότερους οι Έλληνες. Ξεπεράσαμε το προσδόκιμο που ήταν στο 75 και κάτι…δευτερόλεπτα και πιάνουμε τα 76 και κάτι μήνες. Συγκεκριμένα  76 και 4 μήνες,  22 ημέρες κάτι ώρες και μερικά δευτερόλεπτα ο μέσος όρος ζωής του Έλληνα- όπως λένε οι στατιστικές- θες με καθετήρα , θες με βηματοδότη ή πατερίτσες –δεν το διευκρινίζουν-μια φορά ερχόμαστε δεύτεροι στη μακροζωία μετά τους Γιαπωνέζους που έχουν πιάσει τα 77 και κάτι ημέρες.. Αν και μου φαίνεται λίγο μπόσικο αυτό διότι βλέπεις Γιαπωνέζο και έτσι που είναι κίτρινος, αδύνατος, άτονος, χαλαρός λες πως θα τον φυσήξεις και θα πέσει. Πως γίνεται να μας ξεπερνάνε εκτός κι αν είναι το ρύζι που κατεβάζουν με τις χούφτες διότι όπως λένε οι ντόκτορες  άλλο μια μακαρονάδα και μάλιστα με κόκορα χωρικό κι άλλο μια κούπα ρύζι κι αυτό ανάλατο!!!
     Θα μου πείτε βέβαια ότι το παν του παντός είναι όχι το πόσο ζεις αλλά το πως ζεις. Διότι άλλο να περπατάς στητός και ασίκης-της γειτονιάς ο κόκορας φαινότανε για μάγκας-κι άλλο να κυκλοφορείς με μια χούφτα χάπια, άλλο για τη χοληστερίνη, άλλο για την  πίεση κι άλλο για τον διαβήτη ή για τη …δυσκοιλιότητα!
   Να βλέπεις δηλαδή τον άλλον να καταβροχθίζει τα κοντοσούβλια και τον μουσακά –φέρε  και δυο μπίρες-στο διπλανό τραπέζι, να σου τρέχουν τα σάλια σου και να μη τολμάς να παραγγέλλεις μια στιφάδο επειδή η Ανδομάχη δίπλα σου βάζει τις φωνές. «Χρηστάκη ο γιατρός είπε  εγκράτεια. Όχι κοκκινιστά , όχι αλμυρά, όχι γλυκά, όχι λιπαρά.
  -Και τι θα φάω.
  -Θα παραγγείλλεις μία πουρέ ανάλατο και ένα γιαουρτάκι.
   Την ακούς που σου τα απαριθμίζει με ένα σαδισμό που σου σπάει τα κόκαλα. Άσε που επιμένει να σου θυμίζει κάθε τόσο τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως.
  «Στην ηλικία σου καϋμένε…»
    Σε κοιτάζει η άλλη από δίπλα και σκέφτεται «πόσο να είναι; Δε φαίνεται για τόσο μεγάλος αλλά για να το λέει η γυναίκα του» άντε μ` αυτές τις συνθήκες να δεις προκοπή!!!    

     Κοντά στα 77 λοιπόν το προσδόκιμο όριο επιβίωσης του Έλληνα  τη ώρα που Άγγλοι-Γάλλοι- Πορτογάλοι μόλις που πιάνουν τα 72-73 κι α εκείνα με το ζόρι Μάταια οι επιστήμονες  προσπαθούν να  εξηγήσουν  το φαινόμενο εξετάζοντας στοιχεία και περιπτώσεις.
    Προσωπικά πιστεύω  ότι ο σπουδαιότερος λόγος της μακροζωίας μας οφείλεται στον…ζεμανφουτισμό μας και πέστε μου ό,τι θέλετε.
   Μπορεί να μην έχουμε την αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του Ευρωπαίου. Να μην είμαστε λεπτολόγοι και υπεύθυνοι, προσεκτικοί. Να μη ψάχνουμε το τι και πως και διατί όπως οι ξένοι που περνάνε από το κόσκινο αιτιολογήσεις και συμπεράσματα. Είμαστε περισσότερο συναισθηματικοί από αυτούς αλλά λιγότερο ορθολογιστές. Πιο μεθοδικοί αυτοί, πιο ανεμοδούρες εμείς. Όμως αυτή η προχειρότητα, η έλλειψη κοινωνικής πειθαρχίας, ο εκρηκτικός χαρακτήρας μας , η παρορμητικότατα που μας χαρακτηρίζει και κυρίως η…τσαπατσουλιά μας, μάλλον μας βγαίνει σε καλό.
   Το ρίχνουμε έξω  εύκολα και ξεπερνάμε τις δυσκολίες στο «Δε βαρυέσαι αδερφέ»!
  Όσα πάνε κι όσα έρθουν ο Έλληνας. Δεν πολυσεκλετίζεται. Φτωχότερος  από όλους τους Δυτικούς της ανάλογης κοινωνικής τάξης, ζει ωστόσο πιο πλούσια, πιο γλεντζέδικα, από αυτούς.
  Με λιγότερη σαφώς φροντίδα για την υγεία του από όλους τους  «πολιτισμένους και με προηγμένα συστήματα και φροντίδα περίθαλψης υγείας» από τους γύρω του καταφέρνει να επιβιώνει σε μάκρος. Οι περισσότεροι από εμάς είναι ζήτημα αν κάνουμε τσεκ απ μια φορά στη…πενταετία.
Πήγες σε γιατρό, ρωτάω φίλο μου που παραπονείται για κάποιες ενοχλήσεις.
 -Τρελός είμαι. Αν πάω θα μου κόψει το τσιγάρο, το ούζο, το ξενύχτι και την…Φροσούλα. Κάνω το κορόιδο λοιπόν  και τη βολεύω κοτσάνι.
  Αυτό το «Κάνω το κορόιδο»  είναι που μας σώνει Εκείνο το άρτσι βούρτσι και λουλάς μας συντηρεί.
   Βέβαια τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Αλλά όταν δεν μπορώ να πάω στον γιατρό γιατί μου τον έκοψε το γκουβέρνο και δεν έχω να πάρω τα φάρμακα  Τι θες να κάνω. Το ρίχνω στην τρελή κι ότι βρέξει ας κατεβάσει
   Για πόσο όμως:
 Όσο να`ναι αδερφέ. Όταν δε μπορούμε να κάνουμε αλλιώς λέμε λίγα χρόνια και καλά και να που  τα κάνουμε διπλά από τους άλλους
      Σταύρος Ιντζεγιαννης    


Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΝΩΜΗ 19/9/14




                                                                    ΕΝ ΚΑΚΑΤΚΛΕΙΔΙ

      ΧΑΛΑΛΙ !

      Μπήκε στην πρωινή καφετέρια γελαστός, κεφάτος, σιγοσφυρίζοντας,  έναν  εύθυμο σκοπό και μας άλλαξε τη διάθεση.
     -Γελάστε βρε.»  «Έτσι ειν` η  ζωή μωρό μου έτσι ειν` η ζωή…»
  « Κι όποιος δεν τη ζει σκληρά μετανοεί»-το συνέχισε η κυρά Σοφία η γυναίκα του καφετζή στο σεκόντο.
    Τον κεράσαμε καφέ-δεν έχει πληρώσει και ποτέ του-  καθ` όσον η φιλοσοφία του είναι: Τόσοι έχοντες να μη κερνάνε  έναν …μη έχοντα; Κι ώσπου ν` ανάψει τσιγάρο-σελέμικο κι αυτό-το ξανάπιασε με την καφετζού  πρίμο σεκόντο: Τα λεφτά τι θα τα κάνεις , κάποια μέρα θα πεθάνεις.
  - Καλά κρασιά. Μέχρι να πεθάνεις τι γίνεται; Εφορία-γραμμάτια- δόσεις-τράπεζες- το στεγαστικό, το καταναλωτικό το φροντιστήριο τα ασφάλιστρα του αυτοκινήτου και το κερασάκι στην τούρτα «Ενφια»! Ο έστιν «μεθερμηνευόμενον Πρίμουμ βίβερε  ντεϊτε φιλοσοφάρι» Σωστό;
   -Χαρά στα λάχανα – γέλασε. Όσο θέλεις δούλευε όσο θέλει θα σου δώσει. Το παν του παντός είναι να μη χάνεις την αισιοδοξία σου. Πέντε  επάνω , πέντε κάτω, δε βαρυέσαι. Όπου έχει θα χάσει. Ζεις αυτό δε σου φτάνει; Άλλοι έχουν ξαπλώσει και βλέπουν τα ραδίκια ανάποδα. Γλυκειά η  ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα – λέει ο ποιητής. Βγαίνει τίποτε με τη στενοχώρια; Άσε που κινδυνεύεις  να πας μια ώρα γρηγορότερα και να γλεντάει η χήρα σου τη σύνταξή σου με τον κουμπάρο σου. Όθεν;
     Είναι σπουδαίο πράγμα –έλεγε ο πατέρας μου Θεός σ`χωρέστη την ψυχούλα του-να συναντάς  το πρωί  άνθρωπο ευχάριστο, αισιόδοξο, γελαστό! Είναι το πιο καλό γούρι για τη μέρα που ξημερώνει.
    Κι αλήθεια κάθε που μας έρχεται στην παρέα - κι ας μας έχει ταράξει στα δανεικά - η μέρα μας πάει καλά. Έχει τον τρόπο να σου μεταδίδει την αισιοδοξία του , το ανεξάντλητο κέφι του που σε παρασύρει και βλέπεις τα μαύρα –άσπρα. Η έστω ξεχνάς !
 -Γέλα βρε είναι η φιλοσοφία του!
  -Μα που το βρίσκει το κέφι ο τζαναμπέτης – αναρωτιόμαστε στην παρέα.
    Αγουροξυπνημένοι εμείς με την κρεβατομουρμούρα –η πρώτη φροντίς το πρωί και η τελευταία το βράδι- αντί για το Πάτερ ημών  και με το σημείωμα εν είδη οδηγίας προς τους ναυτιλομένους « Ακάκιε τα μακαρόνια να είναι…» Και μη ξεχάσεις να κατεβάσεις τα σκουπίδια!!!
  Γελάει :Ρε σεις τα ίδια  τραβάω κι εγώ. Δεν έχει εξαιρέσεις  η συζυγική ζωή. Ουκ έσονται  σου τύρανοι πλην οικογενειακής ανάγκης. Αφού όμως δε γίνεται διαφορετικά γιατί τάχα να μη τ`αποδεχτείς και να τα ξορκίσεις καλαμπουρίζοντας .Το να παίρνεις τα πράγματα  από την εύθυμη πλευρά τους δεν είναι απλώς μια θεωρία. Είναι τρόπος ζωής.
    Μένουμε να τον κοιτάμε, που αναπτύσσει τη θεωρία του περί  βιοπορισμού και ξαναπιάνει το τραγούδι του, εν ειδη καντάδας στην κυρά Σοφία των 72 Φθινοπόρων και των 105 κιλών. Θα σε πάρω να φύγουμε σ` άλλη γη σ` άλλα μέρη …
    - Στάσου πρώτα να σερβίρω τον καφέ-τον σιγοντάρει γελώντας- και έρχομαι!!!
   Δεν ξέρω αλήθεια πως γίνεται και μερικοί άνθρωποι δεν το βάζουνε κάτω. Κι όχι που δεν έχουν προβλήματα. Κι όχι που δεν  έχουν  έγνοιες. Αντίθετα .Πνιγμένοι στο βιοποριστικό τους άγχος –μερικοί και στα χρέη-πολεμούν, αντιστέκονται, αντιδρούν  με  αισιοδοξία με ανεμελιά ; Ωχ αδερφέ. Δως ημίν σήμερον-λέει- κι αύριο …μας  ξαναδίνεις –συμπληρώνουνε!!!  Έχει ο Θεός.
  Ο θεός βέβαια έχει, αλλά…εμείς  εδώ τι κάνουμε!!!
  Μας παρασύρει το κέφι του και το ρίχνουμε στο τραγούδι. Όλα στον κόσμο είναι χίμαιρα το σήμερα μη χάνεις –φεύγει και δεν το φτάνεις το τρένο της  ζωής!
   Σελεμίζει και δεύτερο-τρίτο τσιγάρο αλλά χαλάλι του. Να σε γεμίζει κάποιος πρωί- πρωί με αισιοδοξία , να σου φτιάχνει το κέφι, να σου μεταδίδει τη δική του ανεμελιά δεν είναι λίγο πράγμα.
 Υπάρχουν άνθρωποι γράφει ο Ντέιλ Καρνέτζι –ένας  Αμερικανός ψυχοθεραπευτής-που ασχολούνται και μαυρίζουν τη ζωή τους για πράγματα που έχουν γίνει και δεν αλλάζουν πια – το χυμένο γάλα που δεν μπορείς να το μαζέψεις –κι άλλοι που στενοχωρούνται για πράγματα που ΘΑ γίνουν ΑΝ γίνουν και χάνουν την ομορφιά του σήμερα. Χάνουν αυτό που έχουν. Πολλοί έλεγε ο Κομφούκιος  δεν είναι ευτυχισμένοι γιατί ψάχνουν την ευτυχία ψηλότερα ή χαμηλότερα από το ανάστημά τους, ενώ αυτή είναι στα μέτρα του καθενός μας.
   -Επομένως ρωτάμε-που καταλήγεις;
  Κερνάτε τσιγάρο ;
  -Χαλάλι σου βρε!
                                      ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΝΤΖΕΓΙΑΝΝΗς 







Από τα Αρτινά απωθυμένα του Σταύρου Ιντζεγιαννη





                             

    ΑΡΤΙΝΑ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

     Ε λοιπόν ναι, πήγα. Πήγα! Είχα τρία ή τέσσερα χρόνια να πάω και με το που βρέθηκα στο Μονοπλιό μου `ρθε να βάλλω τις φωνές. Γεια σας χαρά σας χωριανοί-Καλώς το παλικάρι!
       Ποιοι χωριανοί; Δεν υπάρχει ούτε ένας πια. Ξένος μου φαίνεται ο τόπος, ξένοι οι άνθρωποι, ξένος κι εγώ.
     Βέβαια έτσι που την κοιτάς  μπαίνοντας από τον Άι-Γιώργη μοιάζει σα να μην έχει αλλάξει τίποτε. Ίδια όπως την άφησα την τελευταία φορά. Κι όμως κάτι έχει αλλάξει .Κάτι αλλάζει κάθε φορά που δεν μπορείς να το καθορίσεις κι όμως, ναι, υπάρχει μια αλλαγή. Ακόμη και το ιστορικό κέντρο που υποτίθεται ότι πρέπει να μένει αναλλοίωτο  έχει τις μικροαλλαγές του.
    Ακόμη και ο πεζόδρομος από τους πρώτους που έγιναν στην Ελλάδα χάρη στον Κώστα Βάγια τον αξέχαστο φίλο Δήμαρχο δεν άντεξε. –όπως άλλωστε κι εδώ στην Πάτρα-γεμίζει ποδήλατα και μηχανάκια.
   Κοιτάζω αχόρταγα ένα γύρω να αναγνωρίσω παλιά σημάδια. Δεν υπάρχουν βέβαια τα μικρομάγαζα με τους τσίγκους. Ο δρόμος – το νυφοπάζαρο που λέγαμε-αρχίζοντας από την είσοδο στην πλατεία Κιλκίς -300, 400 μέτρα όλος κι όλος-μέχρι τον Άι-Γιώργη και πιο πέρα στον Κρυστάλλη το καλοκαίρι, παλιά και μέχρι το Μουχούστη  έχει γεμίσει βιτρίνες. Τίποτε δε θυμίζει την Άρτα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Εκείνο τα χαμηλό μικρομάγαζο του Κουτσούμπα που είχε κρεμασμένα απ`έξω λουριά , καπιστράνες, σάγματα. χαϊμαλιά και κυπροκούδουνα και πολύχρωμες λαιμαργιές για τα γαϊδούρια.
  Ε, όχι με διορθώνει. Οι λαιμαργιές με τις χάντρες και το θαλασσί πετράδι για το κακό μάτι ήταν για τα άλογα. Τα γαϊδούρια  τα δένανε με χοντρή τριχιά.
  - Ρε γομάρι ξεκαπίστρωτο πετανίτικο μας φώναζε ο Σερεπίσιος όταν δε  ξέραμε μάθημα.
  Το άλογο είναι άλλο πράγμα: «Το υπερήφανον άτι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο Βουκεφάλας» –μας μάθαινε ο Ταστσιόπουλος !
  Τα `φαγε η πρόοδος όπως και το μαγαζί του Καζαναφέρη –το πρώτο Ελληνικό σούπερ μάρκετ- που πούλαγε  από πίσσα μέχρι αντεπρίνες και από φέτα τυρί μέχρι φακές και φάβα ή χτένες ειδικές για τις ψείρες και κεφαλομάντηλα και σύριγγες για ενέσεις.
   Προσπαθώ να ξαναβρώ κάποια μπαλκόνια που σημάδεψαν τα πρώτα εφηβικά μας σκιρτήματα. Εδώ ήταν η Βούλα, εκεί η Νανά πιο πάρα η Γιούλια. Πιο δώθε η Μηλίτσα
   Ψάχνεται τίποτε –με ρωτάει ο κύριος που στέκομαι έξω από το μαγαζί του και προσπαθώ να θυμηθώ.
   -Κάπου εδώ νομίζω έμενε η Δημητρούλα του …΄
  - Ω τώρα…πάει αυτή.
  -Πέθανε;
  - Όχι .Παντρεύτηκε !
   Θυμήθηκα τον Κώστα Τζαχρήστα που έλεγε, όλες οι γυναίκες είναι καλές μέχρι να τις παντρευτείς .Από `κει και πέρα…αμόλατες!!!
  Φημισμένοι ουζοπότες οι Αρτινοί. Πάμε μου λέει μέσα μου η φωνή που κανοναρχεί τα βήματά μου Πάμε να σε κεράσω ένα ούζο στου Κακαβά
  Διάσημο καφενείο -ουζερί ο Κακαβάς. Εκεί καταλήγανε τα μεσημέρια οι εργένηδες για το ουζάκι τους πριν πάνε σπίτι για φαγητό.   Χτυπάω τα παλαμάκια αλά παλαιά.
  -Τι θα πάρ`ς - ρωτάει ένα  αμούστακο γκαρσόνι τυπικό δείγμα του ορεσιβίου παραγιού που τον έστειλε ο πατέρας του να βρει το δρόμο του στη μεγάλη πολιτεία. Την Άρτα!
  -Ένα ούζο.
  -Μι μιζέ.
  Ναι …μι μιζέ!!!
  Και τι μου φέρνε ο άθλιος αν αγαπάτε. Ούζο με πατάτες τηγανιτές λες και βρίσκομαι στην Πάτρα και όχι σε διάσημο ουζότοπο.
  Αγόρι μου το ούζο στην Άρτα το σερβίρανε με σαλαμάκι μια φετούλα ντομάτα και μια …χαψιά κεφαλοτύρι. Πάει χαλάσατε  και σεις.
  Στο διπλανό τραπέζι δυο Μελισουργιώτες με τραγιάσκες και κομπολόγια με φούντα μεταξένια (Αργότερα έμαθα ότι ο Κακαβάς είναι αποκλειστικό στέκι των Μελισουργιωτών) έχουν στήσει αφτί: και το τσίπρο με τι το πίνουν –ρωτάει ο ένας.
  -Αποκλειστικά με στραγάλια και τίποτε άλλο!
  -Από πού είσι ρε καλόπαιδο –ρωτάει ο διπλανός του.
  -Από δω.
  Από δω –ναι, αλλά από πιο χωριό.
  -Δεν είμι από χωριό.
   Κάνει έναν μορφασμό δυσπιστίας : Μπα!
    Πάμε στον Παντοκράτορα να ανάψουμε κερί-λέει η φωνή. Κρίμα που δεν προλαβαίνω να μείνω στον εσπερινό ν` ακούσω την καμπάνα του Παντοκράτορα. Την είχα χτυπήσει δυο –τρεις φορές με χίλια παρακάλια. Δε μας αφήνανε οι μεγαλύτεροι εμάς τα μικρά να χτυπήσουμε την καμπάνα.
   Έπαθα ταράκουλο την τελευταία φορά 3 ή 4 χρόνια πριν. Άναψα κερί-κεριά για όλους ζώντες και κεκοιμημένους και με το που έκανα να φύγω σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά να δω τον Παντοκράτορα μου φάνηκε πως ναι-πες τε με ονειροπαρμένο , αλαφροϊσκιωτο –μου φάνηκε πως ο Παντοκράτορας είχε σηκώσει το χέρι του να μου ρίξει καρπαζιά.
 -Γιατί μεγαλοδύναμε τι έκανα;
  -Τι έριξες στο παγκάρι και πήρες μια χούφτα κεριά Ακόμα κι εμένα πας να κλέψεις;
  Το`βαλα στα πόδια κι ούτε που τόλμησα να κοιτάξω πίσω μου. Δεν είχα ψηλά κι έριξα ένα…κουμπί που βρέθηκε στην τσέπη μου!!
                         Σταύρος Ιντζεγιοαννης



Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟς 20/9/14




                                                 KAΘ ΟΔΟΝ
     ΕΝΑΣ ΑΕΤΟΣ ΧΩΡΊΣ ΦΤΕΡΑ
    Έλεγα  ημερών  στην εκπομπή μου ( Λύχνος 15/9/14) ότι η οικογένεια στην εποχή  μας λόγω των δύσκολων συνθηκών του βιοπορισμού, παίζει όλο και λιγότερο ρόλο στην διαπαιδαγώγηση του παιδιού. Κι` όχι βέβαια ότι αδιαφορεί, αλλά αναγκασμένη εκ των πραγμάτων να προσπαθεί να εξασφαλίσει τον «άρτον τον επιούσιον», δεν ευκαιρεί να ασχοληθεί όσο θα ήθελε με τα παιδιά.
     Κάθε εποχή έχει βέβαια τα προβλήματά της, τα ειδικά και τα γενικά. Μέσα αυτό τον χορό των καθημερινών προβλημάτων, η Ελληνική οικογένεια  έχει ένα ακόμη πρόβλημα. Ιδιαίτερα σπουδαίο κατά τη γνώμη μου.
      Ένα πρόβλημα που είναι τόσο σοβαρό, ώστε αξίζει -κατά τη γνώμη μου- να το ψάξουμε .Για τον πάτερ  φαμίλια ο λόγος. Γι` αυτόν τον εκφραστή της πατρικής εξουσίας  που άλλοτε κυβερνούσε το σπίτι .Την οικογένεια. Ίσως η έκφραση «κυβερνούσε» σωστή μια παλιά εποχή, θα έπρεπε να αντικατασταθεί με τη λέξη  «φρόντιζε» το σπίτι. Όχι τίποτε άλλο αλλά μη μου θυμώσουν οι αναγνώστριές μου, μια και η έννοια  κυβερνώ μπορεί να εκληφθεί και ως διατάσσω, απειλώ, επιβάλω –μερικές φορές  και εξαναγκάζω! Ακόμη και  επί ποινή…ροπάλου!
     Ο πάτερ φαμίλιας λοιπόν. Υπάρχει αραγε σήμερα ή τον έφαγε κι αυτόν η πολυθρύλητη  προοδευτική εποχή μας με τις ισότητες ,τις ανισότητες, και τις επαναστάσεις των ποδιών που σηκώθηκαν και βαράνε το κεφάλι κατά την λαϊκή έκφραση
     -Και βέβαια υπάρχει, λέει ο φίλος μου, ο οποίος  παρακολουθώντας την εκπομπή μου στον Λύχνο, τη σχολίαζε  στον πρωινό καφενέ. Υπάρχει μόνο που…
     Μόνο που η εξουσία του είναι τύποις. Εξουσία χωρίς εξουσία!!!
Μη σας κακοφαίνεται όσοι πατεράδες. Πικρή η αλήθεια αλλά …αλήθεια. Ο αρχηγός της οικογένειας είναι κάτι σαν βασιλιάς χωρίς θρόνο. Ή αν θέλετε πιο σύγχρονη λέξη  σαν πρόεδρος  χωρίς αρμοδιότητες. Κάτι σαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.. Και χωρίς σφραγίδα !!!
     Θυμάστε εκείνη τη λουρίδα που σφύριζε στον αέρα και έπεφτε πάνω στα τρυφερά ποδαράκια μας.
     Για τολμήστε σήμερα. Δε φτάνει που θα σηκώσουν φωνή και θα σας πουν την τελευταία πρώτη, αλλά θα σας χαρακτηρίσουν  και οι άλλοι… καθυστερημένο. Κι όχι βέβαια ότι είμαστε υπέρ της …λουρίδας ή της άποψης ότι το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο αλλά…όχι και καθυστερημένο!!!
 - Που ζεις καϋμένε  Θα σας πουν .Στον μεσαίωνα;
Απελευθερωμένοι οι νεαροί βλαστοί της .Με πλήρη ερμηνεία του όρου αφηνιάζω μέχρι του ασεβώ.
     Δε είναι έλλειψη λογικής, είναι έλλειψη αγωγής. Κλασική  περίπτωση όπου το πολύ διάβασμα και το πολύ ξεπόρτισμα έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα από κείνο που θα περίμενε κανείς. Αντί να μορφωθούν …παραμορφώθηκαν!
    Ποιος νεαρός δεν αμφισβητεί τον ρόλο –και τη γνώση του πατέρα
   Ακόμη και την αγάπη του. Το μόνο που εν του αμφισβητούν είναι η υποχρέωσή του να ιδροκοπά-να αγωνιά  και να πασχίζει πάσει δυνάμει να διατρέφει και να χαρτζιλικώνει  τους απογόνους του.
   Σχεδόν είναι η μόνη επαφή  που υπάρχει μεταξύ τους. Και ευτυχώς. γιατί αν έλειπε κι αυτή η επαφή θα ήταν σαν δυο ξένοι «κάπου ντον ξέρω μα ποιος είναι δε θυμάμαι» που λέει το τραγούδι.
   Να σας θυμίσω το ανέκδοτο. Όταν τα παιδιά είναι 10 χρονών λένε ο πατέρας τα ξέρει όλα. Όταν φτάσουν 20 χρονών λένε ε κάτι ξέρει και ο πατέρας. Στα 30 λένε ο γέρος μου δεν ξέρει τίποτε. Στα 50 τους λένε ε κάτι ήξερε και ο πατέρας που μας το έλεγε. Στα 60 λένε δε ζει και ο πατέρας να μας πει τη γνώμη του!!!
  Ο πατέρας μου λέγαμε παλαιά. Ο …γέρος μου λένε σήμερα. Μιλάμε
      διαφορετική γλώσσα. Εμείς Ελληνικά, αυτοί μιλάνε τη γλώσσα της ντίσκο ή την αργκό της καφετέριας. Και του  φροντιστηρίου που διδάσκει φυσική ή έκθεση ή τριγωνομετρία αλλά όχι και «ευ φέρεσθαι»
       Τα τραγικοποιώ θα πείτε. Ίσως. Για προσπαθήστε όμως  να συνεννοηθείτε με τα παιδιά σας. Για προσπαθείστε να κουβεντιάσετε τις απόψεις σας αν συμβαίνει να είναι αντίθετες με τις δικές τους και μετά τα λέμε, αν και δεν χρειάζεται, γιατί πάντοτε η τελευταία λέξη είναι δική τους.
    Ο φίλος που παρακολουθούσε αμίλητος την πρωινή συνέλευση της καφετέριας το έπιασε πρίμο- σεκόντο με τον διπλανό του «Είμαι αετός  χωρίς φτερά…»
  -Α μπράβο καλά που το κατάλαβες είπε ο καφετζής και βάλαμε τα γέλια..
                            Σταύρος ιντζεγιαννης




Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΝΩΜΗ



                                              Εν κατακλειδι
     ΙΔΙΑ ΓΕΥΣΗ

    Μυρίων επάνοδος!
   Ύστερα από μια μικρή περίοδο γεμάτη καμπύλες και τεθλασμένες , σε κάποια παραλία, σε μια εκδρομή ή στο γυναικοχώρι, ή και στο…μπαλκόνι του σπιτιού, με το μποξεράκι και τη φανελίτσα, ταβλάκι με το γείτονα-η ζωή ξαναμπαίνει στην ευθεία της, όπου κατά τη λαϊκή ανεξάντλητη σοφία, «Κάθε κατεργάρης στον μπάγκο του»! Δεν είχαμε δα  και μεγάλο καλοκαίρι φέτος, χώρια η κρίση που δε σήκωνε μεγάλα ξεπορτίσματα. Οίκαδε λοιπόν. Φθινόπωρο  καλημέρα.
   Γραφείο, μαγαζί, εργαστήριο ή στην ουρά κάθε 30 του μήνα για να πληρωθείς τη σύνταξη, βλαστημώντας από άκρα Δεξιά έως άκρα  Aριστερά –καθόσον κολιός και κολιός από το ίδιο βαρέλι-που κάθε  φορά σου δίνουν και λιγότερα.
  -Μα ο πρωθυπουργός λέει πως δε θα γίνουν περικοπές.
  -Δεν εννοεί εμάς, λέει για τον δικό του μισθό!!!
 Στο τρόκολο, που λένε  στη γλώσσα του βιοπορισμού, τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι συνταξιούχοι κι όχι μόνο γιατί η σφίξη βγάζει λάδι, αλλά κυρίως διότι κατά μεν τον Παύλο ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω, κατά δε Χουρδουβέλη ο συνταξιούχος… αποθανέτω!!!  Λένε ότι η τρομερότερη εντολή που δόθηκε στον άνθρωπο, είναι  να τρώει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του. Εκτός και έχει βρει το κόλπο να το τρώει με τον ιδρώτα των άλλων, όπως κάνουν οι τριακόσιοι της βουλής και οι στρατιές των συμβούλων και των παρατρεχάμενων. Όλοι οι άλλοι εμείς –οι περιλειπόμενοι-  οι μη έχοντες ελπίδα να δούμε…Θεού πρόσωπο, ζήσαμε για λίγο τη μικρή αυταπάτη των καλοκαιρινών διακοπών και ξανά μία από τα ίδια. Τι είχες Γιάννη τ`είχα πάντα. Με το πρώτο κουδούνι  του Σεπτέμβρη ξαναμπήκαμε στην ευθεία.
   Βέβαια ποιος λίγο ποιος πολύ, κάπως κυκλοφορήσαμε τις διακοπές. Μερικοί στο φάε, πίε ψυχή μου και  ευφραίνου και άλλοι στο δως ημίν σήμερον, και  αύριο …μας ξαναδίνεις!! Δηλονότι υπάρχουν εκείνοι που έχοντες και τα` αυγά και τα καλάθια, πήγαν στα Κανάρια νησιά ή στο Ακαπούλκο ή να δουν τον πήλινο Στρατό της Κίνας- κρουαζιέρα  18 ημερών, 2.235 ευρώ το άτομο- και υπάρχουν  και οι άλλοι που την πέρασαν μεταξύ Βουλγαρίας και Πράγας πιο οικονομικά ή ακόμη και  όσοι αρκέστηκαν στη Ροδοδάφνη Αιγίου στο πατρικό τους ή στο πεθεροχώρι. Ακόμη κι  εμείς που ξεκαλοκαιριάσαμε μεταξύ Πατρών –Ρίου θες έτσι, θες αλλιώς καλά περάσαμε. Το καλοκαίρι ότι και να πεις, ακόμη και για τον πιο φτωχό, έχει τη δική ομορφιά, τη δική του ιδιαιτερότητα. Μια  κάποια ανεμελιά έστω και με λιανοτάρια ευρόπουλα. Ακόμη κι  εκείνοι που στείλανε τα γυναικόπαιδα στο…Σωποτό ή στη Γαβρολίμνη και κάθισαν στο σπίτι, εργένηδες, να απολαύσουν μια στάλα ήρεμη ζωή  παρέα με τη… λογίστρια (μη θυμώνετε, δε βγάζω τσιμουδιά) καλά περάσανε.
   Καλοκαίρι θα πει μάσες , φούμες , ξάπλες, και άγιος ο Θεός, Χαρά σ` εκείνον που μπορεί και απολαμβάνει. Που  μένει ψύχραιμος σ` αυτό το κρατικό παιγνίδι κατεδαφίσεων. Διότι τι νομίζετε πως είναι η ζωή. ’Ο,τι φας , ό,τι πιείς και ότι αρπάξει ο(ντροπή τέτοια λόγια) –λέει η Φωτούλα της Κυριακούλας της περιπτερούς.
  -Εγώ κυρ- Σταύρο μου τη ζωή μου τη θέλω, λέει- όχι περί δια άλλην αιτίαν, αλλά λόγω επειδή μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε, που λέει το άσμα. Με εννοείς; Διότι τι είναι ο άνθρωπος, ώσπου να πεις καλημέρα, έρχεται ο Γαβρίλης και σου λέει περάστε έξω,  από δω πάνε κι άλλοι. Καληνύχτα.
 -Ο…ποιος;
  Ο Γαβριήλ καλέ, ο αρχάγγελος που δε σηκώνει και κουβέντα, να του πεις, άσε με ρε κυρ-Άγγελε έτσι να χαρείς τα αγγελούδια του ουρανού, να απολαύσω μια στάλα ζωή ακόμη.
  Όπως και να έχει, θες πλούσια, θες μίζερα, περάσαμε ένα ακόμη καλοκαίρι. Ήδη η ζωή ξαναβρίσκει τον ρυθμό της με τη ρουτίνα της ή με τα απρόοπτά της, με τις ομορφιές και τις ασχήμιες ή τις δυσκολίες της και τα αδιέξοδά της.
    Ψυχραιμία, λέει ο Βρασίδας. Κοίτα  εμένα. Δε δίνω δεκάρα για το αύριον. Μήπως έχεις να με δανείσεις 200 ευρώ και θα στα επιστρέψω μόλις… κερδίσει το λαχείο!!!
    Ήδη η Γωγούλα απέναντι που έκανε κάθε μέρα γυμναστική με το σορτσάκι της, φόρεσε αθλητική φόρμα. Δε φτάνει δηλαδή που χάσαμε το καλοκαίρι ,χάνουμε και το θέαμα. Καλό Φθινόπωρο  φίλοι μου!
                             Σταύρος Ιντζεγιαννης

ΓΝΩΜΗ



                                             EN KATAKΛEIΔI
    ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

    Ζητείται χαμόγελο- λέει!
   Ζητείται μια στάλα ήλιος, έστω μια αχτίδα, μέσα στη συννεφιά και τη μελαγχολία των καθημερινών  ειδήσεων. Ένα τόσο δα χαμόγελο αισιοδοξίας, να χαρείς τη μέρα σου. Να νοιώσεις  ότι αυτός ο κόσμος  πλάστηκε ωραίος και συ εικόνα και ομοίωση του Θεού. Να ανοίξεις το παράθυρό σου και να δεις τι φοιτητριάκι απέναντι ολόδροσο με τα 18 της χρόνια να σε καλημερίζει γελαστό. Να δεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ή  μια φούξια βουκαμβίλια στην αντικρινή βεράντα Να δεις τον ήλιο να σου γνέφει φιλικά : Ε ανθρωπάκο γέλα. Κοίταξε εμένα  εκατομμύρια χρόνια, γέρασα και γελάω ακόμη.
  Κλείστε την τηλεόραση είπε η Θεία Ευτέρπη χθες. Δεν αντέχω πια όλον αυτόν τον καταιγισμό της ασχήμιας που υπάρχει γύρω μας. Δεν αντέχω αυτή τη μαυρίλα. Νοιώθω περικυκλωμένη από μιαν αβάσταχτη έχθρα που με αναγκάζει να φοβάμαι για τη μέρα που ξημερώνει.
   Κι αληθινά. Τον τελευταίο καιρό  οι ειδήσεις της καθημερινότητας  κάθονται επάνω μας  σαν μια ταφόπλακα που σου πλακώνει την καρδιά και σου κλείνει τα παράθυρα  να μη βλέπεις φως.
   Δεν είχε άδικο ο θείος, που καθώς ανοίγαμε την τηλεόραση έβαλε τις φωνές, θυμίζοντας τον Κρέοντα : Μάντη κακών τι θα μας πεις  άραγε σήμερα; Ποιόν σκότωσαν; Ποιόν λήστεψαν; Πόσοι ακόμη σκοτώθηκαν στη Γάζα; Ποιος αυτοκτόνησε από απελπισία  γιατί δεν είχε να θρέψει τα παιδιά ή γατί δεν είχε να πληρώσει το δάνειο και του κατάσχεσε η τράπεζα το σπίτι Ή τάχα πόσο ακόμα μας περικόψανε τη σύνταξη;
   Χαμός στη τράπεζα προχθές που πληρώνανε τι συντάξεις. Θρήνος και κοπετός. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής. .
-Πόσο κόψανε πάλι;
-Εμένα άλλες 35 που να μου κοβότανε το χέρι που ψήφιζε! Κι ‘άλλο- κι άλλο; Τι ανάγκη έχουν οι φωστήρες του Υπουργείου. Γεμάτο το δικό τους στομάχι, δε ρωτάνε τους  άλλους που πεθαίνουν.
 Διαμαρτύρεται η ταμίας: Μα τι φταίω εγώ; Τόσα έχουν βάλλει στο λογαριασμό σας,.
 Νοιώθω  λέει ο συνταξιούχος που διαμαρτύρεται, σα να βρίσκομαι στην άκρη του Σπαρτιάτικου Καιάδα περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή το κυβερνητικό χέρι να με σπρώξει στο βάραθρο « Ζεις ; Πως τολμάς να ζεις συνταξιούχε. Τι θα μείνει για μας, αν ταϊζουμε εσένα» !!!    
   Δεν ακούς πια άλλο τίποτε και δε διαβάζεις στις εφημερίδες ή στην τηλεόραση παρά περικοπές, δολοφονίες, πόλεμοι και το ότι παρά τις περικοπές ανεβαίνουν τα τρόφιμα.
 -Α ναι και πόσοι σκοτώνονται στην κοντινή μας Ανατολή, τόσο πια που το συνηθίσαμε και δε μας κάνει εντύπωση.200-300 -500 μαχητές αλλά και άμαχοι ανάμεσά τους μικρά παιδιά που πριν καλά – καλά γνωρίσουν τον κόσμο, βίωσαν την κακία του.
    Με το που γυρίζεις το τηλεκολτρόλ το πρώτο πράγμα που ακούς είναι το αστυνομικό ή πολεμικό δελτίο. Δεν υπάρχει ένα δελτίο χαράς, ένα δελτίο αισιοδοξίας μια είδηση που να σε κάνει να χαμογελάσεις.
Μόνος αισιόδοξος  ο πρωθυπουργός που ζει στον κόσμο του. Δεν έχει κατέβει στη λαϊκή , δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα με το χαράτσι δεν του τελείωσε η βενζίνη δεν τον απειλούν οι τράπεζες  να του κατάσχουν το σπίτι.
 -Έχουμε πλεόνασμα –λέει διαρκώς, αλλά δε ρωτάει εμάς που έχουμε …έλλειμμα διότι το δικό του «πλέον» βγαίνει διαρκώς από το δικό μας «μείον»!!
    Ζούμε πια σε μια κόλαση όπου η ζωή του ανθρώπου δεν έχει καμία αξία. Ο πόνος, η θλίψη, η απελπισία ο φόβος η μιζέρια και το χειρότερο η αβεβαιότητα για την αυριανή μέρα, μας έχουν γίνει οι μόνιμοι συνοδοί μας. Ξυπνάς τρομαγμένος για το τι θα φέρει   το «σήμερα» Κάνεις το σταυρό σου Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…
και πριν καλά – καλά τελειώσεις αρχίζεις Παναγιά μου βοήθα!
 -Τι σ` έπιασε-με μαλώνει ο φίλος μου. Αντί να δώσεις  μια αισιοδοξία στους αναγνώστες σου, Δευτέρα πρωί, πολεμάς να τους μαυρίσεις την καρδιά ακόμη πιο πολύ από ότι είναι; Ζητείται χαμόγελο, δε γράφεις επάνω – απάνω;
 - Ναι. Ένα χαμόγελο ψάχνω κι εγώ αλλά…πώς να χαμογελάσεις. Διάβασε να δεις « Πήγε να εμποδίσει  αυτόν που προσπαθούσε να του κλέψει το αμάξι και …ο άλλος τον σκότωσε !!!»  Είναι είδηση  για να γελάσω; Ή που είδα εκείνους τους φουκαράδες  που τους στήσανε 200 παρακαλώ και τους καθάρισαν με μιας; Άσε που μου κόψανε άλλες 45 από τη σύνταξη  .Είναι να γελάσω;
               Σταύρος Ιντζεγιάννης



ΚΑΘ ΟΔΟΝ 14-9-14



                                             ΚΑΘ ΟΔΟΝ

        ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΥ ΠΟΛΛΆ

    14 Σεπτεμβρίου, η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού αύριο. Χρόνια μου Πολλά. Η γιορτή που χρόνια τώρα δε γιορτάζω.
    Κάποτε γιορτάζαμε. Χρόνια πολλά –Ευχαριστώ. Ανοίγαμε τα σαλόνια. Δεχόμαστε ευχές, αγκαλιές, φιλιά και δώρα βέβαια. Δεχόμαστε φίλους. Οικογενειακές γνωριμίες. Ανταποδίδαμε επισκέψεις. Ντυνόμαστε τα καλά μας και στην εκκλησία το ύψωμα με το όνομά μας!
  Κάποιοι  έστελναν  κάρτες με ευχές. «Αγαπητέ ανηψιέ εγώ και η θεία σου η Ρωξάνη σου ευχόμεθα παν ποθητόν». Και το βαφτιστήρι: «Νουνέ χρόνια πολλά και να μη ξεχάσεις το ποδήλατο που μου υποσχέθηκες. Σε φιλώ ο βαφτισιμιός σου Δημητράκης».Ήταν βλέπετε και το ποδήλατο στη μέση
   Κάποια από τις… «κουτουράδες» των νεανικών μας χρόνων, μου είχε στείλει κάποτε μια γλάστρα. Ανώνυμη βέβαια!!!
  Να της πεις, είπε η μάνα μου γελώντας –αυστηρή περί το «σαβουάρ φαιρ»- ότι στους  άντρες δε στέλνουν οι γυναίκες λουλούδια. Χαρίζουν  στυλό, πορτ κλε  πορτοφόλια, αναπτήρες.
   Και οι άντρες τι χαρίζουν στις γυναίκες -την πείραξα.
   Εκεί αγρίεψε: «Είναι νωρίς ακόμα για τέτοια» Ήμουνα μόλις…36  ετών!!!
   Γύρω στη δεκαετία  του `60 συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα που  άλλαξαν την καλή μας σειρά και διέλυσαν τις παραδόσεις. Το πρώτο ήταν που η Πάτρα γέμισε τηλέφωνα κι έτσι καταργήθηκαν οι ευχετήριες κάρτες. Το τηλέφωνο αντικατέστησε  τον ταχυδρομικό διανομέα: «Καλημέρα. Πήρα να σου ευχηθώ χρόνια πολλά». Το δεύτερο σημαντικό γεγονός  ήταν που γέμισε ο τόπος «άφτερ σέιβ» κι ενώ πρώτα μετά το ξύρισμα ξεπλενόμαστε με κρύο νεράκι μάθαμε πια το αφτερ σέιβ και μυρίζαμε σαν …πριμαντόνες., ενώ ταυτόχρονα λύθηκε το πρόβλημα του δώρου για όσους επέμεναν να δωρίζουν κάτι.
  Μια χρονιά μου χάρισαν 18 άφτερ σέιβ!!!
 Του θείου, πριν χρόνια, του είχαν χάρισαν 9 ζευγάρια παντόφλες.
 Έσκασε από τη στενοχώρια του. Δηλαδή με θεωρούν εξοφλημένο πια, είπε, πικραμένος. Παντόφλες σημαίνει γεράματα, σπίτι και γιαουρτάκι για βραδινό. Ώρα να μου χαρίσουν και μια κουβέρτα για τα πόδια-είπε
  Το  μυστήριο λύθηκε, όταν η κόρη του θυμήθηκε  ότι την προηγούμενη εβδομάδα  είχαν παίξει το «Ένας  ήρως με  παντόφλες» με τον αξέχαστο Λογοθετίδη και όλοι θυμηθήκαν για δώρο παντόφλες !
   Η χαριστική βολή ήρθε όταν παντρευτήκαμε και τα δώρα κόπηκαν με μαχαίρι. Φίλοι-ξεπορτίσματα-γλέντια τέρμα. Οι νέοι συγγενείς φέρνανε γλυκά και τούρτες-γέμιζε το σπίτι- τα οποία δεν τρώγαμε  διότι η μέρα  είναι αυστηρή νηστεία. Άσε που σε δυο μέρες τα πετάγαμε. Πόσα να φας. Πέρασαν τα χρόνια προσέχαμε πια και το …σάκχαρο.1.40 είπε ο ντόκτωρ κάποτε, να προσέχετε!!!  Βέβαια γλιτώναμε το τραπέζωμα λόγω νηστείας, αλλά οι συγγενείς ερχότανε την επομένη κι έτσι πέφταμε πάλι στα ίδια. Τελικά πήρα την απόφαση και το ξέκοψα σε  όλους. Δημοσίευσα αγγελία «Δεν εορτάζει ούτε δέχεται. Ούτε ανήμερα ούτε την επόμενες ημέρες λόγω μονίμου απουσίας!»
   Κάποτε γιορτάζαμε!
  Μα τι μανία μας πιάνει να γυρίζουμε πίσω ειδικά τις σημαδιακές ημέρες  και κάνουμε  αναδρομές. Στήνουμε τη ζωή μας στο εδώλιο του χρόνου και την ανακρίνουμε ζητώντας  αθώωση  από το κατηγορητήριο της πάλαι ποτέ καθημερινότητάς μας προσπαθώντας να αλαφρύνουμε τη θέση μας.
   Τα πράγματα με τον καιρό απλοποιήθηκαν. Δυο-τρεις  δεκαετίες πριν, παραμονές γιορτών, τα κοινωνικά των εφημερίδων γέμιζαν με αγγελίες του τύπου «δεν εορτάζει ούτε δέχεται» Ο κύριος και η κυρία Τάδε Δεινόπουλου δεν εορτάζουν απουσιάζοντες! Ήταν ένας εύσχημος τρόπος να πεις: Αφήστε μας ήσυχους!!!
   Σιγά – σιγά καταργήθηκε κι αυτό. Άλλωστε δεν υπάρχουν πια τα παλιά  σπίτια  με εκείνα τα μεγάλα σαλόνια που γεμίζανε από συγγενείς  και φίλους. Στα σύγχρονα  κλουβιά που ζούμε δε χωράμε καλά – καλά εμείς. Εδώ που ήρθατε - είπε γελώντας η πεθερά μου, όταν πρωτόρθε στο διαμέρισμά μας - όταν θα ερχόμαστε εμείς  πρέπει να βγαίνετε έξω  εσείς, γιατί δε χωράμε όλοι μαζί.
   Αύριο 14 Σεπτέμβρη– καλοθύμητη ημέρα- του Τιμίου Σταυρού γιορτάζω  χωρίς να …γιορτάζω!!!
  Οι φίλοι βέβαια –όσοι ξέφυγαν από την …τρομοκρατία του χρόνου, όλο και λιγότεροι-θα πάρουν να ευχηθούν χρόνια πολλά. Τηλεφωνικά. Τυπικότητες.
   Δεν ξέρω γιατί, αλλά τέτοιες μέρες μελαγχολώ. Συγχωρέστε με αν σας χαλώ τη διάθεση. Αλλά ζούμε τη μοναξιά του πλήθους. Προσπαθώ χωρίς να το  θέλω αναδρομές. Αλλά… λείπουν τόσοι πολλοί.…!!!
  Βέβαια θα έρθουν τα παιδιά, τα εγγόνια μου θα γεμίσει το σπίτι φωνές, αλλά, κάτι έχει αλλάξει ή τάχα έχω αλλάξει εγώ και δε θέλω να το παραδεχτώ,
                             Σταύρος Ιντζεγιαννης

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014



                                                ΚΑΘ ΟΔΟΝ  
    ΑΝΤΙ-ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ

    Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν!
    Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο απειλεί να διχάσει μετά τα κόμματα, που ήδη τα έχει διχάσει και την κοινωνία.
    Τι είναι ρατσισμός; Σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη ο Ρατσισμός ορίζεται ως : Η κοινωνική ή πολιτική ή φυλετική  πρακτική διακρίσεων η οποία βασίζεται στο δόγμα της ανωτερότητος μιας φυλής, εθνικής ή κοινωνικής ομάδος και στην καλλιεργημένη αντίληψη των μελλών της  ότι οφείλουν να περιφρουρήσουν την αμιγή σύσταση , την καθαρότητα της ομάδος τους καθώς και τον κυριαρχικό τους ρόλο  έναντι των υπολοίπων, εθνικών, φυλετικών, κοινωνικών  ομάδων που θεωρούνται από αυτούς κατώτερες !
  Θεωρητικά θα έλεγε κανείς ότι ο νόμος είναι σωστός. Το πρόβλημα νομικό στη βάση του, είναι, ΤΟ ΠΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ κανείς το νόμο και πόσο αμφιλεγόμενη μπορεί να θεωρήσει κανείς τον όρο διάκριση σε βάρος κάποιου άλλου. Διότι άλλο να παίρνεις ένα ρόπαλο – διάβαζε χρυσή αυγή- και  άλλο να ασκείς κριτική. Άλλο να λες δε μου αρέσεις κι άλλο να του βάζεις το πιστόλι στον κρόταφο. Ποια είναι η κοινωνική ομάδα και ποιο  το σκορποχώρι όπου ο  καθένας  συμπεριφέρεται κατά πως του κατεβαίνει, οχυρωμένος  πίσω από τον δήθεν ρατσισμό του άλλου. Ακόμα και την κατάργηση  του περί δημοσίας αιδούς αισθήματος μπορεί να τη θεωρήσει κάποιος ρατσισμό, εις βάρος της ελευθερίας του ατόμου να συμπεριφέρεται κατά πως του αρέσει ή τον βολεύει.
  Για σκεφθείτε να μιλήσετε σε  κάποια συγκέντρωση κατά της γενοκτονίας των Παλαιστινίων από τους Ισραηλινούς και να σας κάνει μήνυση  κάποιος Ισραηλίτης ότι είστε ρατσιστής θεωρώντας τους Άραβες  ανώτερη φυλή από τους Ιουδαίους. Ή γιατί όχι, να καταφερθείτε κατά των χιλιαστών που εν μέση οδώ προπαγανδίζουν τον χιλιασμό. Μια ομάδα που πιστεύει σε κάτι που εμείς οι ορθόδοξοι τη θεωρούμε παραπλανητική της θρησκείας αίρεση.
    Μα θα μου πείτε «παίρνεις ακραία παραδείγματα» Μάλιστα είναι ακραία, αλλά τα άκρα είναι που φοβούμαστε και όχι τα  πρόδηλα ή τα πασιφανή.
  Δε λέμε γι` αυτόν  που έσκισε στην πλατεία Γεωργίου τα βιβλία που μοίραζαν οι μαυροφορεμένοι οπαδοί μιας Αμερικανικής ομάδος που μοίραζε βιβλία προπαγανδίζοντας την εκκλησία του προφήτη  Τζόναθαν -ή κάπως έτσι- ενός  ατσίδα που είχε ιδρύσει «εκκλησία !» στη Βοστόνη- και μάζευαν λεφτά από αφελείς!!!
  Είμαστε κατά της βίας, αλλά υπέρ της ελευθερίας του λόγου και δη της κριτικής από όποιον και αν ασκείται.
  Για σκεφθείτε τον Βαλιανάτο να κάνει μήνυση στον Μητροπολίτη Χ διότι έκανε από άμβωνος κριτική κατά των ομοφυλοφίλων την ίδια ώρα που αυτός ή κάποιοι άλλοι βρίζουν ασύστολα την εκκλησία και τον κλήρο. Να αρχίσει και ο κλήρος να μηνύει επί ρατσισμό όσους καταφέρονται κατά του κλήρου; Ή να τολμήσει κάποιος καθηγητής ,να παρατηρήσει τη μαθήτρια που πηγαίνει στην τάξη –συγχωρήστε μου τη λέξη-ξεβράκωτη με τα σόρτς που φοράνε  στην αγορά καθώς τις βλέπουμε!!!
   Συζητάμε  φυσικά για την ερμηνεία που δίνει ο καθένας στον ρατσισμό και που το μόνο που θα καταφέρει θα είναι να τραβολογιέται στα δικαστήρια και θυμηθείτε το, οι μόνοι που θα ωφεληθούν από αυτό θα είναι οι δικηγόροι που θα καλούνται να υπερασπιστούν τον ρατσιστή ή τον αντιρατσιστή και να προσπαθούν να διαχωρίσουν τον ρατσισμό από την ξενοφοβία.
    Το επιθυμητό θα ήταν, ο νόμος να ξεκαθαρίζει σαφώς τι ακριβώς  εννοεί ρατσισμό και σε ποιες περιπτώσεις κολάζεται, διότι φοβούμαι, ότι στην ουσία φιμώνεται ο άμβωνας ο οποίος κρίνει και νουθετεί, καθ` ο έχει υποχρέωση, το ποίμνιό του κατά τον λόγο του Ευαγγελίου ή ο όποιος αρθρογράφος, ασκεί κριτική σε μια κοινωνική ή πολιτική ομάδα από τη στήλη του.
 -Τελικά, είμαστε κατά  ή υπέρ του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου;
 -Είμαστε υπέρ, αλλά με την προϋπόθεση ότι καθορίζεται σαφώς, πως άλλο χειροδικία άλλο κριτική. Άλλο ελευθερία της έκφρασης και άλλο ύβρις. Σέβομαι την ιδιαιτερότητα των άλλων  αλλά κι αυτοί το δικαίωμά μου να τους κρίνω και να προτρέπω άλλους να μην ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Άλλο παρανομία και άλλο εφαρμογή του νόμου όπως ορίζεται από τον νομοθέτη και εφαρμόζεται από τα όργανά του. Διότι όπως κάθε νόμος έτσι κι αυτός ερμηνεύεται από ανθρώπους που ο καθένας τους έχει τη δική του ερμηνεία. Κραυγαλέο παράδειγμα το σύνταγμα του κράτους που όσοι συνταγματολόγοι βγαίνουν στην τηλεόραση, τόσες και οι ερμηνείες που δίνουν  και μάλιστα όλοι τους είναι και  καθηγητές του συνταγματικού δικαίου. Τι άλλην χρείαν μαρτυρίας έχουμε ;
                                  Σταύρος Ιντζεγιάννης