Τετάρτη 3 Απριλίου 2013




Καθ οδον

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ



Νηστεύει ο δούλος του Θεού γιατί φαϊ δεν έχει- λέγανε παλαιά.

Ξύπνησε ένα πρωϊ ο γέρο –Κούτρας και είδε κρέας στο φούρνο. Πότε ήρθε κιόλας το…Πάσχα και δεν το κατάλαβα, απόρησε!!!

Πάσχα –Χριστούγεννα ήταν απαραίτητο το κρέας στις φτωχογειτονιές. Οι άλλοι, οι «έχοντες» δυο φορές το μήνα. Σπάνια τρεις,οι πολύ πλούσιοι. Ακούγεται παράξενο, αλλά είναι αληθινό.

Τα θυμήθηκα προχτές, καθώς είδα τον στρατηγό (Μεταξύ μας ταγματάρχης αποστρατεύτηκε, αλλά οι γυναίκα του και τα παιδιά του αγαπητική αδεία τον προβίβασαν σε στρατηγό, έτσι για να του φύγει ο καϋμός που δεν πρόλαβε να φορέσει το παντελόνι με την κόκκινη ρίγα στο πλάι και το πηλήκιο με τη διπλή χρυσή κλάρα και σιγά – σιγά , λέγε και λέγε το πίστεψε κι αυτός ότι έγινε στρατηγός κι έτσι τον φωνάζουμε όλοι. Στρατηγέ μου) Τον είδα στο ταμείο του σούπερ μάρκετ με ένα καροτσάκι γεμάτο από του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά.

Έχω την κακία μέσα μου μερικές φορές κι ας μη το λέω στον πνευματικό μου που επιμένει, λες και ξέρει ότι κάτι κρύβω. «Έχεις τίποτε άλλο που να σε βαρύνει ;» ρωτάει.

-Τίποτε Άγιε πατέρα .Όλα καλά. Που να του πω ότι με πιάνει ο δαίμονας της κριτικής. Μια φορά που του το είπα με κάρφωσε «Μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε» από τότε τσιμουδιά, άλλα η κριτική- κριτική! Ήμαρτον Κύριε πώς να την αποφύγεις, όταν βλέπεις τον άλλον με ένα καρότσι γεμάτο φίσκα και σου λέει : Ε, ναι είναι σαρακοστή βλέπεις !!!

-Στρατηγέ μου νηστεία και προσευχή προστάζει ο σοφός εκκλησιαστής

-Ε, ναι. Είναι σαρακοστή βλέπεις!!!

-Δηλαδή σαρακοστιανά;

-Ναι. Μερικές κονσέρβες καλαμαράκια και κάτι ρώσικα καβούρια που αρέσουν στη Χριστίνα πήρα και λίγο ταραμά , ελιές., βολβούς, λίγο χαβιάρι που αρέσει στη Χριστίνα μου, λίγο ταχίνι, πήρα κι ένα αυγοτάραχο, ένα κομμάτι μπακαλάο, χταποδάκι ξυδάτο και κάτι από δω κάτι από κει, να πως φεύγουν τα λεφτά-κούνησε το κεφάλι με απελπισία!

Ομολόγησα με συντριβή ότι είχε δίκιο. Αλλά ο δαίμονας μέσα μου, με έστησε πίσω του στο ταμείο να δω τι ήταν όλα αυτά τα «σαρακοστιανά» που έβγαζε - έβγαζε και δεν τελείωναν.

Θυμήθηκα τη συχωρεμένη τη μάνα που φώναζε του πατέρα. Είναι σαρακοστή, να κόψεις το καφενείο.

Ήταν που ο πατέρας μαζί με τους γύρω εμπόρους , μαζευότανε το μεσημέρι κατά τις δώδεκα στο καφενείο της γειτονιάς και πίνανε τα ουζάκια τους.

-«Με μεζέ σαρακοστιανό Ευγενία μου, να σε χαρώ ψέματα δε λέω, θα κοινωνήσω τη…Λαμπρή» Έλα όμως που η μάνα πήγε μια μέρα στο καφενείο και τι να δει! Συκωτάκια από πουλιά με αυγό και τυρί και σαλάμια και ότι βάζει ο νους του ανθρώπου μεζεκλίκια. Έγινε ο χαμός !!!

Νηστεύουμε άραγε σήμερα; Και πως νηστεύουμε; Με χαβιάρι και καβούρια ρώσικα; Με μια τραπεζαρία γεμάτη από νηστίσιμα έστω, αλλά…γεμάτη! Να τρως και να λες , έσκασα από το φαγητό; Να μη στενοχωρήσεις ούτε για λίγο την ευωχία στομάχου. Να μη νοιώσεις πως κάτι πρέπει να ξεπλύνει τον ρύπο του οργανισμού από τα λίπη και τις τοξίνες και να καθάρεις το «σαρκίον» που μας έλεγε ο Συνέσιος στο κατηχητικό του την αλησμόνητη εποχή των 10 χρόνων.

Ελιές, χαλβάς, πατάτες βραστές, νερομπίγουλη αλάδωτη, ταραμάς και κρεμύδι ήταν το συνηθισμένο σαρακοστιανό φαγητό. Κάθε που υπήρχε κατάλυση, το λάδι ήταν η πολυτέλεια !!!

Σοφή η εντολή της εκκλησίας που ζητάει από τον άνθρωπο κάθαρση σώματος και ψυχής, καθορίζοντας τις περίφημες νηστείες της ορθοδοξίας, ως μέσον όχι μόνο ψυχικής υγείας αλλά και σωματικής. Άλλωστε και μόνο το γεγονός ότι όλες μα όλες ανεξαιρέτως οι θρησκείες έχουν θεσπίσει τη νηστεία ως μέσον εξαγνισμού-μερικές αυστηρότερα από εμάς-δείχνει τη αξία της ως –έστω θεραπευτικής-πανάκειας.

Νηστεύουμε σήμερα; Και ακόμη περισσότερο νηστεύουμε τις επιθυμίες ;Πως το λέει ο Υμνωδός; «Και δώρησαι ημίν ο Θεός γρήγορον νουν, σώφονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ύπνον ελαφρόν και πάσης σατανικής φαντασίας απηλαγμένον».

Νηστεύουμε; Τι σόι νηστεία είναι αυτή που γεμίζουμε το στομάχι με μισό κιλό χαλβά, ελιές, και μια σκάφη κολοκυθάκια νερόβραστα με ένα κιλό ψωμί και μετά…»δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα από το στομάχι μου»

-Ναι αλλά ήταν…σαρακοστιανά !!!

Σταυρός Ιντζεγιαννης



Τρίτη 2 Απριλίου 2013






ΚΑΘ ΟΔΟΝ

ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ ΘΕΟΝΥΜΦΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ



Ξαφνικά καθώς π` άκουσα τις καμπάνες της Ευαγγελίστριας να σημαίνουν κάλεσμα στους πιστούς για τους Β! χαιρετισμούς μ` έπιασε παράπονο. Μ` έπιασε μια συγκίνηση. Σε καλό μου τι μου ήρθε;

Για λίγο γύρισα πίσω. Προσπάθησα να ξαναγίνω παιδί. Τότε που τρέχαμε να μπούμε στο ιερό για να βαστήξουμε τις κηρολαμπάδες ή τις τόρτσες κι ακόμη πιο μεγάλοι πια, να θυμιατίσουμε τον παπά την ώρα που περιέφερε τα Άγια για τη μεγάλη είσοδο. Να θυμιατίσουμε τον παπά. Η ύψιστη τιμή !

Ακόμη κάποιες άλλες φορές, στους χαιρετισμούς ιδιαίτερα, το ιερό ερχότανε σε δεύτερη μοίρα. Ο μαγνήτης ήταν το ψαλτήρι όπου μαζευόμαστε γύρω από τον ψάλτη για να ψάλουμε το Χαίρε Νύμφη – Ανύμφευτε. Κι ακόμη περισσότερο βέβαια η μεγάλη στιγμή που την περιμέναμε πως και πως. Να ψάλουμε «Την ωραιότητα της Παρθενίας Σου» Εκεί πια ήταν το επιστέγασμα της βραδιάς και η προσμονή ολόκληρης εβδομάδος. Ήταν που ο Δεσπότης ο Σπυρίδων ( Άρτα 1938) είχε δώσει εντολή στους πρωτοψάλτες να το ψέλνουν τα παιδιά κι ας το λένε άτεχνα.

-Μα Δέσποτα -είχε διαμαρτυρηθεί ο Θωμάς ο ψάλτης του Παντοκράτορα- το λένε φάλτσα.

Δεν πειράζει του απάντησε ο Δεσπότης. Μόνο τα παιδιά, με τη δική τους αγνότητα δικαιούνται να ψάλλουν αυτόν τον ύμνο !

Χτες καθώς άκουγα την καμπάνα της Ευαγγελίστριας, λίγο ακόμη και θα έβαζα τα κλάματα. Πως γίναμε αλήθεια έτσι; Πως αλλάξαμε ; Πως αγριέψαμε; Τι απέγινε εκείνη η παιδιάστικη πίστη που μας έκανε να τρέχουμε να χωθούμε όσο γίνεται γρηγορότερα στην εκκλησία , να στριμωχτούμε όσο γίνεται πιο κοντά στο ψαλτήρι, για να υμνήσουμε με καθαρές καρδιές «Ρόδον το αμάραντον χαίρε η μόνη βλαστήσασα»

Ήταν η ψυχή μας που γονάτιζε μπροστά στην Άγια εικόνα Της, επιχειρώντας να αναπλάσει με τη φαντασία, την απαράμιλλη στιγμή του Ευαγγελισμού και να νοιώσει το μεγάλο θαύμα της ασπόρου συλλήψεως.

-Άσπιλε αμόλυντα άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε Θεόνυμφε Δέσποινα. Το ξέραμε όλο απέξω, μ`όλο που ποτέ δε θα το λέγαμε μπροστά στην Εικόνα Της, μια και αυτό ήταν προνόμιο των μεγάλων και των καλλίφωνων.

Ξέραμε απέξω όλο το τελετουργικό κι έμοιαζε ο καθένας μας ένας τελετουργός της ωραίας λειτουργίας.

Τώρα προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια απ` τα τροπάρια, απ` τα εγκώμια, αλλά η μνήμη μου αρνήται όλο και πιο συχνά, αυτή τη χάρη κι άλλο δε θυμάμαι πάρεξ στίχους σκόρπια εδώ και εκεί

Προγραμματίζουμε από καιρό , σχεδόν τη λαχταράμε, αυτή την ώρα των χαιρετισμών που κρατάει μιαν ιδιαίτερη συγκίνηση που έρχεται από παλιά. Όπως μετά από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας, η γη λαχταρά τη βροχή, έτσι και η θρησκευτικότητά μας, αποζητά τη μελωδία των ύμνων και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της εκκλησίας, με το θυμίαμα να ανεβαίνει προσευχή στη Θεομήτορα.

Μερικοί αδιόρθωτα ρομαντικοί, λαχταράμε να ζήσουμε αυτές τις μέρες ,να νοιώσουμε, να χαρούμε, να δακρύσουμε μπροστά στην εικόνα Της σε κάποιο απόμερο ξωκλήσι, με το φως των κεριών και με τους Αγίους να ζωντανεύουν μέσα από την ακινησία της αγιογράφησης και να γεμίζουν τον χώρο με την ιερότητα της παρουσίας τους, σε μια λιτανεία ικεσίας στη Μητέρα των μητέρων.

Όμως τα προγράμματα μένουν προγράμματα Όλο και κάτι θα ματαιώσει τη λαχτάρα της ψυχής. Θυμάμαι τον καλόγερο, που μου είπε όταν του είπα «Μα πώς να αφήσω γέροντα το μαγαζί, τις δουλειές, τις ανάγκες κάποιες υποχρεώσεις»

-Άκου- με κάρφωσε-είσαι απελπιστικά κολλημένος με τα γήινα. Ψάχνεις προφάσεις να αποφύγεις τις αληθινές σου υποχρεώσεις. Η ζωή δεν είναι εδώ. Τις δουλειές τις σκέφτεσαι την ψυχή σου όμως; Λες όπως όλοι, έχουμε καιρό .Όμως κανείς δεν ξέρει πότε ο Δεσπότης θα σου χτυπήσει την πόρτα και συ θα τρέχεις αλαφιασμένος να βρεις λάδι εκείνη τη στιγμή, να ανάψεις το λυχνάρι της ψυχής σου για να τον υποδεχθείς !»

Η καμπάνα της Ευαγγελίστριας καλεί στους χαιρετισμούς. Προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια. Όμως το μόνο που θυμάμαι είναι: Την πάσαν ελπίδαν εις Σε ανατίθημι. Μήτηρ του Θεού φύλαξόν με υπο την σκέπην Σου

Σταύρος Ιντζεγιαννης


ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΊΔΙ

ΠΑΝΙΚΟΣ



Πανικόβλητη με ξυπνάει στα άγρια χαράματα, ώρα 6, η Θεία Ανέζω. Ξύπνα χάνω τα λεφτουδάκια μου. Τι ακούς; Θα μας τα πάρουνε;

-Σώπα βρε θειάκο. Πως τα χάνεις; Είχες πολλά;

Διστάζει να πει νούμερο, είναι που τα κρύβει από όλους μας, αλλά δεν την παίρνει κιόλας να μη φανερώσει για να δει αν γλιτώνει το κούρεμα,.

-Ε…είναι πεντακόσια εξήντα υπολογίζω

Έχει γούστο. Λες η θεία να είναι μεγαλοκαταθέτης! Χιλιάρικα – ρωτάω.

-Όχι γιέ μ`. Ευρώ. Που να τα βρω η καψερή τα χιλιάρικα

Δεν είναι η μόνη που ανησυχεί για τις πενταροδεκάρες που τις φυλάει για την κακιά ώρα που λένε.

- Για την κηδεία μ` καλέ. Να μη με πάτε με το κάρο της Δημαρχείας.

Στον τροπικό του πανικού η Ελλάδα με επίκεντρο την Κυπριακή οικονομία που κανείς ακόμη δεν ξέρει και τι άλλες επιπτώσεις μπορεί να έχει καθώς καθημερινά οι οικονομικοί αναλυτές μας ζαλίζουν με διαφορετικές αναλύσεις ο καθένας. Δεν υπάρχει φόβος λένε οι κυβερνητικοί παράγοντες αλλά ποιος σήμερα εμπιστεύεται το λόγο του πολιτικού.

Η μόνιμη συζήτηση τη βδομάδα που πέρασε στην καφενόβια συντροφιά (όπου ο καθένας γίνεται οικονομικός αναλυτής ) είναι αυτή η αβεβαιότητα της αυριανής ημέρας .Ακούμε για ληστείες, για κλοπές, για φόνους, για τρομοκρατία . Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτον φοβίες. Ο πανικός της κάθε είδησης που επισημαίνει έναν κίνδυνο

Τι είναι ο πανικός, ρώτησε η αφέλεια κάποιου.

Ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του προσδιορίζει τον πανικό ως «Ο έντονος φόβος που παραλύει τη λογική και οδηγεί κάποιον σε κατάσταση εκτός ελέγχου ενδεχομένως και σε παράλογες αντιδράσεις»

«Πηδήστε καλέ μητέρα-είχε πει στην πεθερά του ο Κώστα Μπούκας και την πήγε στην άκρη της βεράντας στον έκτο όροφο. Κάνει σεισμό χανόμαστε. Πηδήστε να… σωθείτε!!!»

-Πήδησε-ρωτάμε γελώντας.

-Μπα που τέτοια τύχη!!!

Φυσικά δεν είναι μόνο ο πανικός, της οικονομίας που σε κάνει να χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Για θυμηθείτε τι λαχτάρα περάσαμε με το χρηματιστήριο στην αρχή και με τα ομόλογα μετά. Δεν είναι που χαθήκαν τα λεφτά αλλά χάθηκαν και ζωές. Δεν είναι λίγο να χάνεις ή να μη μπορεί να εμπιστευθείς τις όποιες οικονομίες σου για το μέλλον των παιδιών σου επειδή κάποιοι τα φάγανε και ζητάνε να πληρώσουμε εμείς.

Υπάρχει ο πανικός της ηλικίας που σε πιάνει όταν κοιτάς στον καθρέφτη σου και βλέπεις στις πρώτες άσπρες τρίχες και σα να μη φτάνει αυτό έχεις απόκοντα και την άλλη που σε καρφώνει : Να πάμε σε γιατρό Κωστάκη μου να σε εξετάσει. Εγώ η καψερή κάνω ότι μπορώ αλλά μία - δύο πόσο άλλο να περιμένω. Κοντεύει να ξημερώσει και το ξενυχτήσαμε άδικα!

Ένας πανικός ακόμη είναι ο πανικός του γάμου ,που σε πιάνει όταν ξυπνάς νεόνυμφος ένα πρωί κι ακούς την κλασική ερώτηση : «Που πας χρυσέ μου; Πάλι για καφέ με τους φίλους σου;» Είναι η ώρα που διαπιστώνεις ότι έχασες την ελευθερία σου και θα σου χρειάζεται υπηρεσιακό σημείωμα για «δίωρη μετά δημοσίων θεαμάτων» που λέγαμε στο στρατό. Μην ακούτε αυτούς που λένε ότι έσκισαν τη γάτα. Αυτοί το κάνουν σαν τον άνθρωπο που περνά από ένα δάσος τη νύχτα και τραγουδάει για να δίνει κουράγιο στον εαυτό του

Είναι γνωστό το ανέκδοτο που καταγράφει ο Βιτωράτος στα σόρδινα ( Λαογραφικά ανέκδοτα) της Κρήτης : Καθότανε ο Μανολιός στον καφενέ και παινευότανε στον φίλο του τον Ευγένη πως αυτός κάνει κουμάντο και όλοι κάθονται σούζα στο σπίτι του.

-Τσε ίντα θα πει αυτό μωρέ σύντεκνε ;

-Να σου ξηγήσω. Όντε θα πω στην κυρά μου πως θέλω μια λεκάνη με ζεστό νερό, χόρτο δεν κόβει (ενεργεί πάραυτα) Μπορεί να μη το πιστεύγεις αλλά έτσι είναι.

-Πιστεύγω σε Μανολιό, μα στο Θεό σου ίντα το θέλεις το ζεστό νερό;

-Και πως θέλεις μωρέ να πλύνω τα πιάτα ; Με κρύγιο;

Σταύρος Ιντζεγιαννης



Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013


Βιβλιοπαρουσίαση

Από τον Σταύρο Ιντζεγιάννη



ΧΡΩΜΑΤΑ ΑΛΉΘΕΙΑΣ

ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΒΕΡΡΑ



Μετά την πρώτη της ποιητική συλλογή « Η ευγένεια των ήχων »,η οποία της πρόσφερε άφθονα εγκωμιαστικά σχόλια, η Γαλάτεια Βέρρα κυκλοφόρησε τη δεύτερη συλλογή της με τίτλο «Χρώματα αλήθειας» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, δικαιώνοντας όσους είχαμε προβλέψει ότι θα μονιμοποιήσει τη θέση της στη νεοελληνική ποίηση της γενιάς της.

Ήδη η νέα της συλλογή 117 ποιήματα, έρχεται με την ωριμότητα του ποιητή που δεν φοβάται να υπογραμμίσει την άποψη, ότι η ποίηση δεν είναι απλώς η φόρμα αλλά κυρίως η λέξη. Οι λέξεις –η έκφραση!

Είναι γνωστό άλλωστε ότι η ποίηση, συμμετέχοντας στην πρόζα, τη διαχωρίζει ουσιαστικά από τα άλλα είδη του πεζού λόγου και την αξιολογεί ως λογοτεχνία και η Γαλάτεια Βέρρα το γνωρίζει και το υπηρετεί σωστά Εξ άλλου όλο και συχνότερα στη νεότερη ποίηση, παρατηρείται μια τάση μεταστροφής προς το ποιητικό πεζογράφημα που βοηθά σε μια πιο άνετη και πληρέστερη εικονοπλαστική και εννοιολογική προσέγγιση.

Πράγματι η φόρμα στη νέα της συλλογή υποχωρεί από τον κλασσικό στίχο, χωρίς και να τον αποκλείει - υπάρχουν αρκετά στην κλασσική μορφή- σε πεζό ύφος. Τα «χρώματα αλήθειας»είναι μια ποιητική πρόζα, όπου ένας λεκτικός θησαυρός, τη βοηθά να εκφραστεί με την αρμονία των ήχων των οποίων τη σύζευξη, τόσο ακουστικά όσο και νοηματικά κατέχει άριστα, έτσι που το αποτέλεσμα είναι μια λυρική απογείωση. Μουσικός άλλωστε η ίδια.

Η φιλοσοφική της διάθεση κύριο γνώρισμα της νέας της ποιητικής κατάθεσης, επικεντρώνεται σε έναν υπαρξιακό προβληματισμό, τόσο στον υποσυνειδησιακό της χώρο, όσο και στον αισθητό κόσμο γύρω της και εκδηλώνεται άλλοτε με μια πίκρα, μια απογοήτευση, αλλά πάντα με μια τρυφερότητα που αποκαλύπτει την ευαισθησία της. ( όπου: Ήρθες μνήμη πικρή. Πιστή στο ραντεβού του αδιαπέραστου….Άφησες το βλέμμα σου στη σκόνη των αιώνων) και άλλοτε σε μια αισιόδοξη στάση ζωής σαν να κοιτάζει μέσα από ένα ανοιχτό ανοιξιάτικο παράθυρο( Ας θύμιζε η ζωή μέλι, γάλα θυμάρι,/Ας πλάγιαζε με πόθο στο στρώμα του ανένταχτου / ας άγγιζε με τα δάχτυλα την άρπα των αγγέλων..)

Αυτή η φιλοσοφική διάθεση –κάποιες φορές ο σκεπτικισμός- την ακολουθεί σε όλη την ποιητική της πορεία στη νέα συλλογή της. ( Αυτός ο κόσμος χάνει ερείσματα /πετά ανερυθρίαστα κάθε αρωγή / Οδηγείται στον αφανισμό…αποδομείται και χαίρεται/ αναιρείται και καμαρώνει)

Ακόμη και στις συνομιλίες της με έναν υποθετικό συνομιλητή (άλλοτε Β πρόσωπο, άλλοτε Γ , κάποιες φορές ιδεατό ερωτικό σύντροφο ή μια απολεσθείσα απόλαυση) συχνά περιγράφει το alter egoτης και όπου διακρίνουμε μια κριτική διάθεση. Ίσως είναι η προσμονή ενός μάταια αναμενόμενου ιδανικού που μπορεί να είναι και ο έρωτας σε μια ευδιάκριτα θεοποιημένη κατάσταση . Μια εναγώνια αναζήτηση που διατρέχει όλη τη συλλογή της και παρουσιάζεται μέσα από έναν εννοιολογικό πλούτο με ωραίες μεταφορές, ο οποίος τη βοηθά τόσο στην κομψότητα της έκφρασης όσο και στην ποιητική παρουσίαση ενός πεζού λόγου.

Συχνά δίνει την εντύπωση μιας αυτοανάλυσης .Μιας συνομιλίας με τον καθρέφτη της, θα έλεγα στα όρια μιας αυτοκριτικής. (Ενοχή .σελ 39– Γιατί έχασες τα λόγια σου;….Τα στηρίγματά σου σαθρά / Τα νεύρα της ψυχής σου γκρεμισμένες απολήξεις / ερείπια σωστά….Μόνο ένα θαύμα θα μπορούσε να ανατρέψει τον αφανισμό)

Η νοσταλγία έχει το μεγάλο της μερίδιο στη νέα συλλογή της «Χρώματα αλήθειας» και είναι κάπως δύσκολο να αναλυθεί, για μια ποιήτρια που ακόμη δεν έχει ζήσει τη βιολογική της ζωή, παρά στις πρώτες δεκαετίες της. Λόγου χάρη γράφει: «Κάποτε θυμάμαι άγγιζα τον ιδανικό κόσμο με μια διάφανη απλότητα. Κρατούσα στις μικρές μου παλάμες τον ευγενικό μόχθο»

Κι αλλού : «Έπινες πάντοτε τσάι με λεμόνι. Στα χείλη σου ανέπνεαν οι γεύσεις. Έμοιαζε με μικρή τελετουργία…Όλος ο κόσμος οσμή σωστή στη λιτή σου κούπα» Ακόμη :Άφησες το χέρι μου στον χρόνο / ξέχασα τη λήθη να ικετεύσω/αυτό το άγγιγμα με στοιχειώνει

Δε θα μπορούσε για όσους την ξέρουμε, να λείπει από την ποιητική της έμπνευση ο Δημιουργός. Ο Πλάστης- κορυφαίος ποιητής. Κι όσο κι αν δε δηλώνεται καθαρά ωστόσο στο βάθος όλης της συλλογής, υπάρχει ο θρησκευόμενος εαυτός της

Δάσκαλε της οικουμένης / με της σοφίας το σκήπτρο/Εσύ που θα ποιμάνεις τα ανθρώπινα με οικτιρμούς/στα σπλάχνα σου βρέθηκε η αγάπη…μην πάψεις να ενδιαφέρεσαι για τα ποιήματα / Μην πάψεις να μεριμνάς ,φρουρέ των ψυχών.

Σε μια γενική τοποθέτηση θα έλεγε κανείς ότι είναι μια ποιητική πρόζα όπου ο λυρισμός της εκφράζεται με μια λεκτική αβρότητα και μια κομψότητα ύφους- θα έλεγα μια ευγένεια ήχων- χαρακτηρίζοντας μια ποίηση αφιερωμένη «εις τον ένδον εαυτόν» αποκαλύπτοντας ευαισθησίες και τρυφερότητα –αγάπη- ανθρωπιά. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα δηλαδή της ποίησης και του ποιητή



Σταύρος Ιντζεγιάννης



























Εν κατακλειδι

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΟΒΟΡΑ



Άντε αρκετά. Νηστεία και προσευχή από σήμερα μήπως και σας λυπηθεί και σας δώσει άφεση αμαρτιών.

Χορεύσαντες και μη χορεύσαντες, αθώοι ή αμαρτήσαντες ή απλώς επεθυμίσαντες ακόμη και όσοι κάνατε την πάπια –τάχα μου, τάχα μου δεν ξέρετε τίποτε-ούτε ακούσατε ούτε είδατε ε;-γυρίστε φύλλο και πάρτε το απόφαση.

- Κύριε ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου!

-Γιατί βρε χαϊβάνι στραβοπάτησες ;

-Ο όφις με παρέσυρε Κύριε

-Και συ που είχες το νου σου. Στη ζωντοχήρα δίπλα ;

Άντε τώρα να βρεις δικαιολογία να Του εξηγήσεις ότι « Όχι ένεκα περί δια κακίαν ,αλλά λόγω επειδή » είχες πιει ένα μπουκάλι ουίσκυ και τώριξες στο βαράτε βιολιτζήδες και είπες και τη σαχλαμάρα σου «Δεν πάω σπίτι μου απόψε…»λες και ήταν δυνατόν 42 χρόνια παντρεμένος με τρία παιδιά σε ώρα γάμου που λέει ο λόγος, να πας πουθενά αλλού, πχ στο σπίτι της Νικολέτας της χήρας του Κώτσο Νάκου, του χημικού που είχε ντυθεί, καμπαρετζού. Καλό κουμάσι κι αυτή .28 ημερών χήρα – βαρυπενθούσα και οδυρομένη στην κηδεία –που μ` άφησες Κώτσο μου τι θα απογίνω η δόλια- κι από εκεί και πέρα ..τρία πουλάκια παν ψηλά το ένα χαμηλώνει. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι αποθαμένοι με τους αποθαμένους.

«Α όλα κι όλα ο Κώτσος μου άλλο που δε μου έλεγε: Νικολέτα μου αν φύγω πρώτος δε θέλω να κλειστείς στο σπίτι νέα γυναίκα ,ούτε 60 καλά – καλά . Να ζήσεις τη ζωή σου να σε βλέπω από ψηλά και να χαίρεται η καρδιά μου σα να ήμουν εγώ ξαπλωμένος δίπλα σου να σε χαϊδεύω !!!

Μια ιδέα ο καρνάβαλος .Ένα ξέσπασμα στην κρίση που μας δέρνει και δε λέει να αφήσει τίποτε όρθιο. Οδοστρωτήρας. Τι μένει; Κάποιες αναμνήσεις, κάποια ξεγελάσματα (νάταν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία) που δε βαστάνε περισσότερο από δύο το πολύ τρεις μέρες κι έπειτα ο θλιβερός απολογισμός. Πω- πω ξοδέψαμε τόσα λεφτά για το τίποτε. Ακόμα και το οικογενειακό καυγαδάκι : Τι τα ήθελες τα κεράσματα. Όλοι κάνανε το κορόιδο εσύ βρέθηκες χουβαρντάς ; Έχουμε παιδιά να παντρέψουμε !

Στον απόηχο του καρναβαλιού η Πάτρα, παρ` όλη την κρίση, κρατάει μια ιδέα από μουσική και χορό καθώς τα νιάτα προσπαθούν απελπισμένα να κρατήσουν στ` αυτιά και την καρδιά τους τον ρυθμό του χορού: Ακόμα ένα ποτηράκι , ακόμα ένα τραγουδάκι.

-Τι θα πεις στον εξομολόγο σου βρε σαρδανάπαλε –ρωτάω τον Χρηστάρα που μου έρχεται καθαρή Δευτέρα με τα μάτια γεμάτα τσίμπλες από το ξενύχτι

-Θα του πω την πάσαν αλήθεια . Διότι αμάρτησα μεν, αλλά πώς να κρατηθείς, όταν η άλλη έρχεται και σου κουνιέται σαν τον όφη που ξεγέλασε την Εύα : Χορεύεται κύριε Χρήστο μου ή δε σας αφήνει η κυρία Ελένη : Τι να της πω ; Άνθρωπος είμαι. Χόρεψα, ιδού το έγκλημά μου . Τίποτε παραπάνω.

- Και όσα εν διανοία πεθύμησες ;

- Α όλα κι όλα. Εν διανοία - ναι . Να μη κρυβόμαστε . Καρναβάλι είναι . Με τις πλάτες έξω όλα τα θηλυκά .Μου τραγούδαγε η άλλη «θέλεις στη κούνια βάλε με θέλεις στη σαρμανίτσα ». Ζεστό το κεφάλι από το κρασί. : Ας πάει και το παλιάμπελο. Είπα και δυο κουβέντες παραπάνω «Έβγα στο παραθύρι κρυφά απ τη μάνα σου και κάνε πως ποτίζεις τη μαντζουράνα σου» .

-Και συ τι έκανες -πείραξα την κυρία Ελένη που μας διηγήθηκε τα κατορθώματά του στο χορό του Πανηπειρωτικού .

-Σιγά μην τον άφηνα. Απάνω που χόρευε τη ζειμπεκιά του και του βάραγε παλαμάκια ,εκείνη την ξετσίπωτη, του έστειλα την κοπέλα που πούλαγε λουλούδια και του είπε . Κύριε Χρήστο, είπε η γυναίκα σας, να πάρετε το χάπι για την πίεση και μετά χορεύετε.

-Κι αυτός :

-Αυτός τσιμουδιά Αλλά αυτή τρομοκρατήθηκε: Δεν κάθεστε καλύτερα κύριε Χρήστο μου μη πάθετε τίποτα κι έχω το κρίμα στο λαιμό μου .

Α, ρε κοινωνία μοβόρα . Να μη δεις άνθρωπο να προκόψει !

Καλή μέρα αναγνώστες μου. Καλή βδομάδα. Καλή Σαρακοστή και… τα κεφάλια μέσα. Ο γέγονε- γέγονε. Από εδώ και πέρα νηστεία και προσευχή :Όσα εν βίω ήμαρτον…συγχώρησον

Στ.Ιντζεγιάννης

εκκλησιολογος 14-3-13


Καθ οδον

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ



Και όσα εν βίω ήμαρτον ως αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός συγχώρησον . Καθαρή Δευτέρα μεθαύριο. Προσευχή και νηστεία παραγγέλλει η εκκλησία. Κάθαρση σώματος και ψυχής. Καιρός για περισυλλογή. Χρειάζεται κάθε τόσο μια στιγμή αφιερωμένη στους οδοδείκτες της ζωής σου. Που πάμε ; Πως πάμε; Μήπως ξεστρατίσαμε; Ένας απολογισμός πεπραγμένων κάθε τόσο για να δεις τα συν και τα μείον.

- Να πας να εξομολογηθείς και να κοινωνήσεις –μου λέει.

- Μα τον περασμένο μήνα εξομολογήθηκα- κοινώνησα της είπα ( που να φανταστώ ότι βαστάει ημερολόγιο πότε εξομολογούμαι, και πότε κοινωνώ ) Από τότε «καθαρός .Λευκός ως η χιών» Τι άλλο να εξομολογηθώ -διαμαρτύρομαι. Πάλι τα ίδια να τα πω απ` την αρχή. Αφού σου λέω ότι διάγω βίον σεμνόν και αναμάρτητον. Να ορκιστώ ; Στο στεφάνι μου. Στην ψυχή που θα παραδώσω όταν έρθει η ώρα. Όποτε είναι! Δε χρειάζονται και βιασύνες δα!!!

Βάζει τα γέλια. Άσε το στεφάνι ήσυχο, γιατί και ο φίλος σου ο Κωστάκης στο στεφάνι του ορκιζότανε και κατέληξε στο διαζύγιο. Όσο για την ψυχή σου, αυτό θα το ξέρουμε όταν έρθει ή ώρα και δούμε στην πλάστιγγα του Κυρίου το βάρος της . Κατά τα έργα του ο καθένας. «και η κρίσης η εμή δικαία εστίν»- είπε ο Κύριος. Φυλάξου.

Για να δω το τεφτέρι σου; Νομίζεις ότι με ξεγελάς ; Είσαι ψεύτης –λέει. Πρώτον ήταν πριν τα από τα Χριστούγεννα που κοινώνησες και δεύτερον, δε μπορεί, μες στην κοσμικότητα ζεις, όλο και κάτι θα έχεις κάνει. Για θυμήσου : Και αν ο οφθαλμός σου ο δεξιός σε σκανδαλίζει έκβαλε αυτόν. Είσαι σίγουρος για τα μάτια σου ή… θα σε πάω σε οφθαλμίατρο.

Θυμήθηκα πριν χρόνια τον Λώλη τον Μπαγιούκα. Αμετανόητος καρναβαλιστής, στα νιάτα του, όμως εν μετανοία πραγματική και συντριβή πήγαινε κάθε τόσο στο Άγιο Όρος να εξομολογηθεί.

-Χριστιανέ μου, του είπε ο πνευματικός του την τελευταία φορά, δεν προφτάνω να σου συγχωρώ τη μια αμαρτία μου φέρνεις άλλες δέκα. Τι θα γίνει με σένα ;Τι την πέρασες την εξομολόγηση. Παίρνεις ένα σφουγγάρι και σβήνεις. Ο γέγονε- γέγονε. Φτου κι απ` την αρχή ;

Άνθρωπος είσαι, δε λέω, πολλοί οι πειρασμοί. Κυλάς –καταρακυλάς σε παίρνει η κατηφόρα .Όμως όχι κι έτσι; Βάλε μυαλό !

Αυστηρός ο καλόγερος .Δε σήκωνε κουβέντα,-διηγείτο ο φίλος. Ούτε λόγω , ούτε έργω αλλά ούτε και εν διανοία.

Το θεωρεί εύκολο; Ζούμε σε λάκο λεόντων. Σε κάθε βήμα ένας πειρασμός .Εκεί που λες γλίτωσα σου στήνει άλλη παγίδα. Προσεύχομαι κάθε τόσο. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός και πνεύμα ευθές εγκαίνησον εν τοις εγκάτοις μου. Αλλά…

Τι θέλει να κάνω; Να δεθώ και να αυτομαστιγώνομαι όπως αυτός;

Την τελευταία φορά σηκώθηκε όρθιος και έβαλε τις φωνές. Σήκω φύγε δε βρίσκω άκρη με `σένα Αιρετικόν μετά πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού!

Κίνησα να φύγω αλλά με κράτησε . Δεν έχεις να πας πουθενά –είπε. Άλλαξε ύφος απότομα. Καλοσύνεψε. Ποιος είμαι εγώ που θα σε διώξω, είπε. Αμέτρητο το έλεος Κυρίου. Δε δικάζω εγώ. Αυτός εκεί επάνω ξέρει και τις πράξεις και τα κίνητρα και τις προθέσεις .Μόνο αυτός διαβάζει τι έχεις στο νου σου. Κι αυτός συγχωρεί και ξανασυγχωρεί. Δεν διώχνει κανέναν. Απέραντη η καλοσύνη του και ατέλειωτη αγάπη του. Αμέτρητες φορές η συγνώμην Του. Όμως υποσχέσου μου τουλάχιστον ότι θα προσπαθήσεις, γιατί το πρόβλημα δεν είναι αν μετάνιωσες γι` αυτά που έκανες .Το πρόβλημα είναι αν αποφάσισες να αλλάξεις και να μη ξανακάνεις τα ίδια!

Δοκιμάζεται ο άνθρωπος. Και σήμερα και πάντα και κάθε φορά πιο πολύ, δοκιμάζεται η πίστη και η αντοχή μας. Όμως το να προσπαθείς δεν είναι μια στιγμιαία ενέργεια. Είναι ένας διαχρονικός αγώνας όπου η ανταμοιβή είναι εκείνη η χαρά της νίκης όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι

Συγχώραμε που σου έβαλα τις φωνές είπε. Για δες, δοκιμάζομαι κι εγώ από τον πειρασμό. Υποσχέσου μου ότι θα προσπαθήσεις.

Ο Λώλης ο Μπαγιούκας έφυγε πριν 11 χρόνια τέτοιες μέρες από καρκίνο στον πνεύμονα. Σε μια τελευταία συζήτηση που είχαμε δυο μέρες πριν «ταξιδέψει» –μού είπε: Να πεις στον καλόγερο ότι προσπάθησα.

Σταύρος Ιντζεγιάννης





Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Σχολιάζοντας εκδηλώσεις




Σχολιάζοντας εκδηλώσεις

Από τον Σταύρο Ιντζεγιάννη



ΟΡΦΕΑΣ—ΑΕΙ ΠΑΙΔΕΣ

-Πούναι τα χρόνια τα παλιά-



Μέσα στο κατάμεστο Δημοτικό μας θέατρο, ο αειθαλής Ορφέας που μετρά σχεδόν 90 χρόνια αδιάκοπης παρουσίας στη πολιτιστική ζωή της πόλης, κανοναρχώντας τη μουσική της κίνηση και όχι μόνο, ζωντάνεψε ξανά την ωραία και αλησμόνητη εποχή. Την μπελ επόκ κατά την υπογράμμιση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου μιας Πάτρας που πρωτοπορούσε στον εξευρωπαϊσμό της Ελλάδας - όντας η δυτική της πύλη- χωρίς και να χάνει τη ελληνική της ταυτότητα.

Η αγέραστοι- οι αιώνιοι έφηβοι – της χορωδίας που υπήρξε το σήμα κατατεθέν της πόλης με τον αρχιμουσικό – μαέστρο της Ηλία Παπαδόπουλο - αναμορφωτή της χορωδίας -και τον Γιάννη Χριστόπουλο ο οποίος και είναι η ψυχή του Ορφέα, θύμισαν αξέχαστες αγαπημένες μελωδίες, μέσα από μια επιτυχημένη συρραφή από οπερετικά αποσπάσματα και αγαπημένες καντάδες .

Ένα λιμπρέτο με εύθυμα ξαφνιάσματα –δημιούργημα του Γιάννη Χριστόπουλου- αξιοποίησε τις μεγάλες διαχρονικές δυνατότητες της χορωδίας κατά τον καλλίτερο τρόπο, δίνοντας την ευκαιρία να ακουστούν ωραίες φωνές, άλλοτε σε μονωδία και άλλοτε σε ντουέτα , πάντα με κάλυψη του χορωδιακού συνόλου. Έκπληξη – αχ πώς άλλαξαν οι καιροί - για τον ανδροκρατούμενο – όπως τον ξέραμε μέχρι σήμερα Ορφέα, η συμμετοχή –η πολύ επιτυχημένη συμμετοχή με τις ωραίες φωνές- της σοπράνο Ζωής Καραγκούνη και της επίσης σοπράνο Λιουντμίλας Κατσιγιάννη οι οποίες «εκόμισαν» - κατά Καβάφη-μια νέα πνοή στον αγέραστο Ορφέα. Όπως και να το κάνουμε ακόμα και για δεδηλωμένους φαλοκράτες- όπως η υπογραφή-η γυναίκα έχει τη δική της χάρη και τη δική της προσφορά!

Ο Γιάννης Χριστόπουλος απέσπασε, όπως αναμενόντανε άλλωστε, το άφθονο χειροκρότημα των αμέτρητων φίλων του στην Πάτρα ενώ το λιμπρέτο με την ταβέρνα –ιδιάζον χορωδιακό σκηνικό-έδωσε την ευκαιρία να ακουστούν φωνές που αγαπούμε όσοι παρακολουθούμε την πορεία του Συλλόγου μέσα στα τόσα χρόνια που υπάρχει. Ο Αντώνης Χριστόπουλος , που δίκαια χειροκροτήθηκε θερμά .Ο πολύ αγαπημένος μας Παναγιώτης Παπαλεξάτος που έκλεψε την παράσταση με τη γνωστή του σκηνική του άνεση Ο ταβερνιάρης Φίλιππος Μπαρτζελάς,. με τους βοηθούς του , ο απολαυστικός Αναστάσης Βλάνης στο ρόλο του Λαλάκη και όλοι- μα όλοι ανεξαιρέτως, όπως ο Γ. Ζωϊτσάκης, ο νεαρός Φίλιππος Βέρρας, ο Εμ Φλέσσας ο Γιαννης Αυγερινός- οι συντελεστές μιας χορωδίας που παρουσιάστηκε ανανεωμένη σε δυναμικό και κέφι αποδεικνύοντας ότι μπορούν και σταματούν τον χρόνο.

Ο μαέστρος και συνθέτης, ο ξεχωριστό Ηλίας Παπαδόπουλος όπως τον έχουμε ακούσει και σε δικά του τραγούδια, ξέρει να κερδίζει πάντα τις καρδιές μας. Και να και η έκπληξη. Ο ιδιαίτερα σεμνός θαυμάσιος βαρύτονος ο Φίλιππος Παπαδόπουλος .Μας κέρδισε.

Πολύ καλός, σύντομος, περιεκτικός - ουσιαστικός ο αφηγητής Τάκης Τσονάκας.

Μπράβο σε όλους. Άξιοι συνεχιστές ενός άξιου ονόματος που σημαίνει ότι παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, η Πάτρα δε χάνει το κέφι της και οι Πατρινοί αεί παίδες θα τραγουδούν.



Σταύρος Ιντζεγιάννης