Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟΣ 10 / /8 / 17

    
  

                                                                              ΚΑΘ ΟΔΟΝ
    ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗ ΓΗΡΟΚΟΜΙΤΙΣΣΑ  

   «Δέσποινα και Μήτηρ του Λυτρωτού,  δέξαι παρακλήσεις αναξίων  Σου ικετών…»
  Σ` αυτό το προσκύνημα, σ` αυτή την παράκληση  με γυρίζει πίσω  η σκέψη κάθε  τέτοια μέρα  σε μια αναδρομή του χρόνου σε χρόνια παιδικά Προσκύνημα, προσευχή, γονυκλισία  ψυχής μα και κραυγή εκ βαθέων « διάσωσον από κινδύνων τους δούλους Σου Θεοτόκε»-μαζί  και ευχαριστήρια ψαλμωδία στην Παναγιά τη Γηροκομήτισσα !
     Δε θυμάμαι πια πως ήταν τότε το μοναστήρι. Ένα απλό κτίσμα φαντάζομαι, όμως με εκείνη την μοναδική ιερότητα που συναντάς στα απλά και απέριττα. Σήμερα η φροντίδα του καθηγουμένου, του κοσμαγάπητου, του σεμνού, του ταπεινού, του πράου, Πανοσιολογιοτάτου πατρός Συμεών Χατζή και της συνοδείας του, το έχει αναγάγει σε ένα υπέρλαμπρο σύνολο, δεμένο αρμονικά με τον γύρω χώρο, που συγκεντρώνει  προσκυνητές από όλη την Ελλάδα .    
   Παλαιά –αρχαία συνήθεια, ετούτη η ανάβαση στο μοναστήρι Της στο Γηροκομειό από την πίσω απότομη ανηφόρα, όπου παίρνει ένα διαφορετικό μήνυμα την παραμονή το βράδυ, στο προσκύνημα της ιερής τη εικόνας της, της ιστορηθείσης « υπό του Αποστόλου Λουκά ιεροτάτου …»
   Όσα χρόνια μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, παίρνω να ανεβαίνω το στενό δρομάκι που οδηγεί στην πίσω πόρτα, κρατημένος από το χέρι της μάνας, με μια  άγνωστη δύναμη που μας κράταγε ακούραστους, παρά τον τόσο δρόμο (από την Αγία Σοφία όπου μέναμε ) για τα παιδικά μας πόδια.
Μαζί μας  πεζοπορούσα γυμνόποδη ή έρπουσα, ταπεινή ικέτης ανηφορίζει η πίστη, κομίζοντας  από της καρδιάς της τα βάθη, το δάκρυ της, ελάχιστη προσφορά στην Παναγιά τη Γηροκομήτισσα, συμμετέχοντας νοερά  στης «Γεσθημανής το χωρίον» όπου «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες»  κηδεύουν το σώμα Της και ο Υιός και Θεός μας παραλαμβάνει το πνεύμα Της.  Από όσο θυμάμαι οι θείες μου πηγαίνανε στον εσπερινό και μετά στην αγρυπνία ενώ εμείς τα μικρά  με το θείο να μας προσέχει, στρώναμε κουβέρτες και ξαπλώναμε μέσα στο παρακείμενο δασάκι, όπου το κέντρο Μαραβέλα σήμερα.
Το πρωί πηγαίναμε στη λειτουργία, όπου , ψέλναμε ακολουθώντας τον ψάλτη, τα απαράμιλλα ποιητικά τροπάρια προς τη Θεοτόκο. «Ου σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε τας δυναστείας  Σου λαλείν οι ανάξιοι…»
  Έψελνε ωραία η μάνα, κοντράλτα, με τη θεία, υψίφωνο – όχι βέβαια στη βυζαντινή πιστότητα, αλλά πάντως ένα ακρόαμα που είχε το πάθος μιας από τα βάθη της καρδιάς δέησης  Δεν ήταν μια τυπική παράθεση στίχων, αλλά μια φωνή- προσευχή που ερχόταν από τα εσώτερα του συνειδητού .Μια λυρική ανάγκη πες, που προσπαθούσε να γονατίσει, να κλάψει, να παρακαλέσει την Παναγιά τη Γηροκομήτισσα: «Την δέησή μου δέξαι την πενιχράν  και κλαυθμόν μη παρίδης και δάκρυα και στεναγμόν, αλλ` αντιλαβού μου ως αγαθή και τας αιτήσεις πλήρωσον».. Κι άλλοτε πάλι  επειδή της άρεσαν της θείας τα λόγια- ήταν και φιλάσθενη κι αυτό της έμοιαζε σαν μια προσωπική επίκληση- έπιανε να ψέλνει κλεισμένη στο δωμάτιό της  «Από των πολλών μου αμαρτιών ασθενεί το σώμα ασθενή μου και η ψυχή, προς Σε καταφεύγω την Κεχαριτωμένην ελπίς απελπισμένων Συ μοι βοήθησον»
  Δεν υπάρχουν πια, από χρόνια και μαζί τους φοβάμαι ότι χάθηκε κι εκείνο το μοναδικό, το ανεπανάληπτο, το τόσο ποιητικό, τόσο λυρικό ξέσπασμα από τα βάθη του είναι μας : «Χαίρε  θρόνε  πυρίμορφε Κυρίου, χαίρε θεία και μαναδόχε στάμνε, χαίρε χρυσή λυχνία, λαμπάς άσβεστος χαίρε των παρθένων δόξα και μητέρων ωράισμα και κλέος»!
   Κουράζονται τα πόδια πια. Λιποψυχεί το ανέβασμα της ανηφόρας που τότε  ήταν χωματόδρομος κακοτράχαλος, δύσκολος, ενώ σήμερα είναι άσφαλτος. Ξεχνώ πολλές φορές τα λόγια κι ας τα είχα  μάθει χρόνια και χρόνια : «Διάσωσον  από κινδύνων τους δούλους Σου Θεοτόκε ότι πάντες  μετά Θεόν  εις Σε καταφεύγομεν ως άρρηκτον τείχος και προστασία».
   Χτες καθώς ανεβαίναμε με τα εγγόνια μου πια, ο μικρός με ρώτησε: παππού όλο κοιτάς δεξιά αριστερά, τι ψάχνεις, έχασες τίποτε;
  -Πώς να του πω. Πως να του εξηγήσω, ότι έψαχνα  εκείνη την παιδική  αγνότητα που με ανέβαζε ως επάνω ακούραστον. Πώς να του εξηγήσω ότι  το μόνο που απόμεινε από εκείνη την εκ βαθέων φωνή, είναι ένα δάκρυ – ένα δάκρυ ψυχής που καταθέτω ταπεινός στην εικόνα της :Επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε  επι την εμήν  χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασε της ψυχής μου το άλγος. Θεοτόκε παρθένε
               Σταύρος Ιντζεγιαννης


Δεν υπάρχουν σχόλια: