Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟς 16 / 2 / 18


                                                       ΚΑΘ ΟΔΟΝ 
 ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ  ΘΕΟΝΥΜΦΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

   Ξαφνικά καθώς π` άκουσα  τις καμπάνες της Ευαγγελίστριας να σημαίνουν κάλεσμα  στους πιστούς για τους Β! χαιρετισμούς μ` έπιασε  παράπονο. Μ` έπιασε μια συγκίνηση. Σε καλό μου τι μου ήρθε;
  Για λίγο γύρισα πίσω. Προσπάθησα να ξαναγίνω παιδί. Τότε που τρέχαμε  να μπούμε στο ιερό για να βαστήξουμε τις κηρολαμπάδες  ή τις τόρτσες κι ακόμη πιο μεγάλοι πια, να θυμιατίσουμε τον παπά την ώρα που περιέφερε τα Άγια για τη μεγάλη είσοδο. Να θυμιατίσουμε τον παπά. Η ύψιστη τιμή !
   Ακόμη κάποιες άλλες φορές, στους χαιρετισμούς ιδιαίτερα, το ιερό ερχότανε σε δεύτερη μοίρα. Ο μαγνήτης ήταν το ψαλτήρι όπου μαζευόμαστε γύρω από τον ψάλτη για να ψάλουμε το Χαίρε Νύμφη – Ανύμφευτε. Κι ακόμη περισσότερο βέβαια η μεγάλη στιγμή που την περιμέναμε πως και πως. Να ψάλουμε «Την ωραιότητα της Παρθενίας Σου» Εκεί πια ήταν το επιστέγασμα  της βραδιάς και η προσμονή ολόκληρης εβδομάδος. Ήταν που ο Δεσπότης ο Σπυρίδων ( Άρτα 1938) είχε δώσει εντολή στους πρωτοψάλτες να το ψέλνουν τα παιδιά κι ας το λένε άτεχνα.
  -Μα Δέσποτα -είχε διαμαρτυρηθεί ο Θωμάς  ο ψάλτης του Παντοκράτορα- το λένε φάλτσα.
  Δεν πειράζει του απάντησε ο Δεσπότης. Μόνο τα παιδιά, με τη δική τους αγνότητα δικαιούνται να ψάλλουν  αυτόν τον ύμνο !
  Χτες  καθώς άκουγα την καμπάνα της Ευαγγελίστριας, λίγο ακόμη και θα έβαζα τα κλάματα. Πως γίναμε αλήθεια έτσι; Πως αλλάξαμε ; Πως αγριέψαμε; Τι απέγινε εκείνη η παιδιάστικη πίστη που μας έκανε να τρέχουμε να χωθούμε όσο γίνεται γρηγορότερα  στην εκκλησία , να στριμωχτούμε όσο γίνεται πιο κοντά στο ψαλτήρι, για να υμνήσουμε με καθαρές καρδιές  «Ρόδον το αμάραντον χαίρε η μόνη βλαστήσασα»
   Ήταν η ψυχή μας που γονάτιζε μπροστά στην Άγια εικόνα Της,  επιχειρώντας να αναπλάσει με τη φαντασία,  την απαράμιλλη στιγμή του Ευαγγελισμού  και να νοιώσει το μεγάλο θαύμα της ασπόρου συλλήψεως.
  -Άσπιλε αμόλυντα άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε Θεόνυμφε Δέσποινα. Το ξέραμε όλο απέξω, μ`όλο που ποτέ δε θα το λέγαμε μπροστά στην Εικόνα Της, μια και αυτό ήταν προνόμιο των μεγάλων και των καλλίφωνων.
   Ξέραμε απέξω όλο το τελετουργικό κι έμοιαζε ο καθένας μας  ένας τελετουργός της ωραίας λειτουργίας.
   Τώρα προσπαθώ να  θυμηθώ τα λόγια απ` τα τροπάρια, απ` τα εγκώμια, αλλά η μνήμη μου αρνήται όλο και πιο συχνά, αυτή τη χάρη κι άλλο δε θυμάμαι πάρεξ στίχους σκόρπια εδώ και  εκεί  
  Προγραμματίζουμε από καιρό , σχεδόν τη λαχταράμε, αυτή την ώρα των χαιρετισμών που κρατάει μιαν ιδιαίτερη συγκίνηση που έρχεται από παλιά. Όπως μετά από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας, η γη λαχταρά τη βροχή, έτσι και η θρησκευτικότητά μας, αποζητά  τη μελωδία των ύμνων και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της εκκλησίας, με το θυμίαμα να ανεβαίνει προσευχή στη Θεομήτορα.
   Μερικοί αδιόρθωτα ρομαντικοί,  λαχταράμε να ζήσουμε αυτές τις μέρες ,να νοιώσουμε, να χαρούμε, να δακρύσουμε μπροστά στην εικόνα Της σε κάποιο απόμερο ξωκλήσι, με το φως των κεριών και με τους Αγίους να ζωντανεύουν μέσα από την ακινησία της αγιογράφησης και να  γεμίζουν τον χώρο με την ιερότητα της παρουσίας τους, σε μια  λιτανεία ικεσίας  στη Μητέρα των μητέρων.
   Όμως τα προγράμματα μένουν προγράμματα Όλο και κάτι θα ματαιώσει τη λαχτάρα της ψυχής. Θυμάμαι τον καλόγερο, που μου είπε όταν του είπα «Μα πώς να αφήσω γέροντα το μαγαζί, τις δουλειές, τις ανάγκες κάποιες υποχρεώσεις»
 -Άκου- με κάρφωσε-είσαι απελπιστικά κολλημένος με τα γήινα. Ψάχνεις προφάσεις να αποφύγεις τις αληθινές σου υποχρεώσεις.  Η ζωή δεν είναι εδώ. Τις δουλειές τις σκέφτεσαι την ψυχή σου όμως; Λες όπως όλοι, έχουμε καιρό .Όμως κανείς δεν ξέρει πότε ο Δεσπότης θα σου χτυπήσει την πόρτα και συ θα τρέχεις αλαφιασμένος να βρεις λάδι εκείνη τη στιγμή, να ανάψεις το λυχνάρι της ψυχής σου για να τον υποδεχθείς !»
  Η καμπάνα της Ευαγγελίστριας καλεί στους χαιρετισμούς. Προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια. Όμως το μόνο που θυμάμαι είναι: Την πάσαν ελπίδαν εις Σε ανατίθημι. Μήτηρ του Θεού φύλαξόν με υπο την σκέπην Σου
       
                                                       ΚΑΘ ΟΔΟΝ 
 ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ  ΘΕΟΝΥΜΦΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

   Ξαφνικά καθώς π` άκουσα  τις καμπάνες της Ευαγγελίστριας να σημαίνουν κάλεσμα  στους πιστούς για τους Β! χαιρετισμούς μ` έπιασε  παράπονο. Μ` έπιασε μια συγκίνηση. Σε καλό μου τι μου ήρθε;
  Για λίγο γύρισα πίσω. Προσπάθησα να ξαναγίνω παιδί. Τότε που τρέχαμε  να μπούμε στο ιερό για να βαστήξουμε τις κηρολαμπάδες  ή τις τόρτσες κι ακόμη πιο μεγάλοι πια, να θυμιατίσουμε τον παπά την ώρα που περιέφερε τα Άγια για τη μεγάλη είσοδο. Να θυμιατίσουμε τον παπά. Η ύψιστη τιμή !
   Ακόμη κάποιες άλλες φορές, στους χαιρετισμούς ιδιαίτερα, το ιερό ερχότανε σε δεύτερη μοίρα. Ο μαγνήτης ήταν το ψαλτήρι όπου μαζευόμαστε γύρω από τον ψάλτη για να ψάλουμε το Χαίρε Νύμφη – Ανύμφευτε. Κι ακόμη περισσότερο βέβαια η μεγάλη στιγμή που την περιμέναμε πως και πως. Να ψάλουμε «Την ωραιότητα της Παρθενίας Σου» Εκεί πια ήταν το επιστέγασμα  της βραδιάς και η προσμονή ολόκληρης εβδομάδος. Ήταν που ο Δεσπότης ο Σπυρίδων ( Άρτα 1938) είχε δώσει εντολή στους πρωτοψάλτες να το ψέλνουν τα παιδιά κι ας το λένε άτεχνα.
  -Μα Δέσποτα -είχε διαμαρτυρηθεί ο Θωμάς  ο ψάλτης του Παντοκράτορα- το λένε φάλτσα.
  Δεν πειράζει του απάντησε ο Δεσπότης. Μόνο τα παιδιά, με τη δική τους αγνότητα δικαιούνται να ψάλλουν  αυτόν τον ύμνο !
  Χτες  καθώς άκουγα την καμπάνα της Ευαγγελίστριας, λίγο ακόμη και θα έβαζα τα κλάματα. Πως γίναμε αλήθεια έτσι; Πως αλλάξαμε ; Πως αγριέψαμε; Τι απέγινε εκείνη η παιδιάστικη πίστη που μας έκανε να τρέχουμε να χωθούμε όσο γίνεται γρηγορότερα  στην εκκλησία , να στριμωχτούμε όσο γίνεται πιο κοντά στο ψαλτήρι, για να υμνήσουμε με καθαρές καρδιές  «Ρόδον το αμάραντον χαίρε η μόνη βλαστήσασα»
   Ήταν η ψυχή μας που γονάτιζε μπροστά στην Άγια εικόνα Της,  επιχειρώντας να αναπλάσει με τη φαντασία,  την απαράμιλλη στιγμή του Ευαγγελισμού  και να νοιώσει το μεγάλο θαύμα της ασπόρου συλλήψεως.
  -Άσπιλε αμόλυντα άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε Θεόνυμφε Δέσποινα. Το ξέραμε όλο απέξω, μ`όλο που ποτέ δε θα το λέγαμε μπροστά στην Εικόνα Της, μια και αυτό ήταν προνόμιο των μεγάλων και των καλλίφωνων.
   Ξέραμε απέξω όλο το τελετουργικό κι έμοιαζε ο καθένας μας  ένας τελετουργός της ωραίας λειτουργίας.
   Τώρα προσπαθώ να  θυμηθώ τα λόγια απ` τα τροπάρια, απ` τα εγκώμια, αλλά η μνήμη μου αρνήται όλο και πιο συχνά, αυτή τη χάρη κι άλλο δε θυμάμαι πάρεξ στίχους σκόρπια εδώ και  εκεί  
  Προγραμματίζουμε από καιρό , σχεδόν τη λαχταράμε, αυτή την ώρα των χαιρετισμών που κρατάει μιαν ιδιαίτερη συγκίνηση που έρχεται από παλιά. Όπως μετά από μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας, η γη λαχταρά τη βροχή, έτσι και η θρησκευτικότητά μας, αποζητά  τη μελωδία των ύμνων και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της εκκλησίας, με το θυμίαμα να ανεβαίνει προσευχή στη Θεομήτορα.
   Μερικοί αδιόρθωτα ρομαντικοί,  λαχταράμε να ζήσουμε αυτές τις μέρες ,να νοιώσουμε, να χαρούμε, να δακρύσουμε μπροστά στην εικόνα Της σε κάποιο απόμερο ξωκλήσι, με το φως των κεριών και με τους Αγίους να ζωντανεύουν μέσα από την ακινησία της αγιογράφησης και να  γεμίζουν τον χώρο με την ιερότητα της παρουσίας τους, σε μια  λιτανεία ικεσίας  στη Μητέρα των μητέρων.
   Όμως τα προγράμματα μένουν προγράμματα Όλο και κάτι θα ματαιώσει τη λαχτάρα της ψυχής. Θυμάμαι τον καλόγερο, που μου είπε όταν του είπα «Μα πώς να αφήσω γέροντα το μαγαζί, τις δουλειές, τις ανάγκες κάποιες υποχρεώσεις»
 -Άκου- με κάρφωσε-είσαι απελπιστικά κολλημένος με τα γήινα. Ψάχνεις προφάσεις να αποφύγεις τις αληθινές σου υποχρεώσεις.  Η ζωή δεν είναι εδώ. Τις δουλειές τις σκέφτεσαι την ψυχή σου όμως; Λες όπως όλοι, έχουμε καιρό .Όμως κανείς δεν ξέρει πότε ο Δεσπότης θα σου χτυπήσει την πόρτα και συ θα τρέχεις αλαφιασμένος να βρεις λάδι εκείνη τη στιγμή, να ανάψεις το λυχνάρι της ψυχής σου για να τον υποδεχθείς !»
  Η καμπάνα της Ευαγγελίστριας καλεί στους χαιρετισμούς. Προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια. Όμως το μόνο που θυμάμαι είναι: Την πάσαν ελπίδαν εις Σε ανατίθημι. Μήτηρ του Θεού φύλαξόν με υπο την σκέπην Σου
                      Σταύρος Ιντζεγιαννης
              Σταύρος Ιντζεγιαννης

Δεν υπάρχουν σχόλια: